Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

1 Μαη σήμερα!



7 σχόλια :

  1. ΡΕΝΤΕΖΕΛΑΣ1/5/13 09:12

    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ........ΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ...ΤΟΝ ΧΨ...ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΝΑΠΕΙ....ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος1/5/13 10:19

    χρονια πολλα καλο πασχα και καλη ανασταση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος1/5/13 15:26

    θα ψελνει δια μακροημερευση της κυβερνησεως!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος1/5/13 16:23


    Παρατηρώ συχνά μια αντίθεση μεταξύ του χψ και άλλων σχολιαστών, τις περισσότερες φορές σε κόσμια πλαίσια.Προφανώς είναι συμπατριώτες. Διερωτώμαι: Δεν είναι δυνατόν σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος (έξω από πολιτική)να συμπέσουν οι απόψεις τους; Έχει συμβεί άραγε ποτέ αυτό;
    Τι σόι αντίθεση είναι αυτή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΡΕΝΤΕΖΕΛΑΣ1/5/13 16:40

    ΤΟΥ ΧΨ ΘΑ ΕΝΝΟΕΙΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗ.ΟΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ ΚΑΝΕ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΕΣΥ.ΕΓΩ ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ ΚΑΘΕ ΝΟΥΘΕΣΙΑΣ....ΜΙΛΑΕΙ ΑΚΑΤΑΛΗΠΤΑ ΩΣΤΟΣΟ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΟΤΙ ΝΑΝΑΙ ΑΝ ΜΙΛΗΣΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΒΑΣΑΝΑ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΕΣ....ΕΞΕΣΤΙ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΙΣ ΑΣΧΗΜΟΝΕΙΝ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος1/5/13 20:31

    Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)
    Ε
    (Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
    μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
    βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ-
    γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):
    I

    Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
    πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

    πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
    καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

    Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
    Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

    τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
    καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

    Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
    πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

    Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
    καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

    Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
    κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

    Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
    καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

    II

    Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
    ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

    Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
    χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

    Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
    μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

    Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
    ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

    Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
    τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

    Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
    ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

    Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
    πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

    Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
    κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

    III

    Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
    τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

    Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
    καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

    Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
    πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

    Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
    λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

    Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
    ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

    Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
    ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

    Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
    σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

    Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
    πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

    ΙV

    Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
    τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

    Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
    πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

    Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
    καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

    Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
    κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

    Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
    σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

    Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
    κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

    Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
    τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

    Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
    κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

    V

    Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
    καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος1/5/13 20:42



    Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
    θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

    Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
    θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

    Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
    κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

    Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
    κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

    Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
    καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

    Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
    παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

    Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
    νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

    ...

    ΙΧ

    Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
    βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

    Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
    θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

    Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
    κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

    Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
    κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

    Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
    κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

    Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
    καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

    Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
    καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

    Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
    τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα διαγραφής σχολίων χωρίς καμία προειδοποίηση.