Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΙΟ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ


     Συνέχεια από το προηγούμενο       
Αφήγηση  από την Ελευθερία Ι. Τσιπά
 Διασκευή από το Μαρίνη Πολυχρονόπουλο

Η παπαδιά τους πρόσφερε  αχνιστές χυλοπίτες με μπόλικη σπιτική μυζήθρα και ήπιαν όσο τραβούσε η όρεξή τους άφθονο κοκκινέλι  με το παπά. Σα λύθηκε η γλώσσα τους απ’ το  κρασί ,παίρνει το λόγο ο Γληγόρης :
-Λαδή ( δηλαδή ) παπά πεθάναμε σήμερα . Το χωράφι είναι βαρικό και το χώμα ασήκωτο απ’ τις πολλές βροχές ,δεν έχει στραγγίσει ακόμη και κουραστήκαμε πολύ με το σκάψιμο .Να μας συμπαθάς ,αν δεν έμεινες ευχαριστημένος απ’ την απόδοσή μας. Το κορίτσι μου ,μικρό και άμαθο  το πήραμε να μας συγυρίζει περισσότερο και λιγότερο για μεροδούλι. Αν δε σου κάνει ,ας μείνει στο σπίτι να βοηθάει την παπαδιά στο νοικοκυριό. Δε θέλουμε κανονική πληρωμή . Ό,τι θέλεις ,δώσ’ της.
 Ο Μαρούτας συμπληρώνει το Γληγόρη :
- Ανέ  παππούλη έχει δίκιο ο Γληγόρης  το χτήμα είναι βαρύ ακόμη .Ανέ μη στενοχωριέσαι όμως ,ανέ  εμείς θα στο σκάψουμε  σίγουρα  αλλά  με το μαλακό και  να  μην αφήσουμε τα κόκαλα μας εδώ. Μας περιμένουν  και  τα βυζανιάρικά  να επιστρέψουμε στο χωριό το Πάσχα , στην  Ανάσταση .
- Α για την Ελευθερία ,μπορώ να ειπώ ,δεν έχω παράπονο ,σκάβει και αγωνίζεται σαν άντρας ,τους λέει ο παπα-Χρήστος και συνεχίζει ,για σας τους δύο όμως έχω τις επιφυλάξεις μου. ‘Εχετε  δίκιο  πως το χώμα της σταφίδας ,είναι νοτισμένο , σας πέφτει λιγάκι βαρύ απ΄τις πολλές βροχές  και δεν έχει στραγγίσει ακόμη .Μέρα με τη μέρα ,όσο ο ήλιος ζεσταίνει ,τότε θα ελαφρύνει το χώμα και θα σκάβεται η σταφίδα καλύτερα.  Νομίζω  όμως πως στο χωριό σας θα σας ονομάζουν επαγγελματίες  τεμπέληδες  και δε θα έχουν κι άδικο. Αυτό φαίνεται από το πώς κρατάτε την τσάπα. σας , σαν ατζαμήδες και πρωτάρηδες. Ας είναι όμως θα δούμε κι αύριο πώς θα τα πάτε και πάλι εδώ είμαστε να το συζητήσουμε.
 -  Λαδή δεν εγκλιματιστήκαμε ακόμη παπα- Χρήστο, προσαπάθησε να δικαιολογηθεί ο Γληγόρης , αλλά δεν  τον έπεισε  και  συνέχισε : Ίσως  αύριο θα έχεις αλλάξει γνώμη για μας.
Καληνύχτισαν το αφεντικό τους και πήγαν για ύπνο συλλογισμένοι την αυριανή ημέρα ,όπου θα πρέπει να υπερβάλλουν εαυτούς για να έχουν ελπίδα να μείνουν στη δουλειά.
Σηκώθηκαν με το μούγκρισμα της μηχανής του σκληροτράχηλου γιαπωνέζικου αγροτικού,  ετοιμάστηκαν γρήγορα ,ήπιαν τον καφέ τους ,καλημέρισαν τον παπα- Χρήστο  και  ανέβηκαν στην καρότσα  με προορισμό το χτήμα του με την σταφίδα . Εδώ θα δώσουν τη μάχη τους και τις εξετάσεις τους κάτω  από το άγρυπνο και έμπειρο μάτι του παπα- Χρήστου.
 Σα φτάσανε και μπήκαν στη σταφίδα ,ο παπα-Χρήστος ,πριν αρχίσουν το σκάψιμο, ξεβραχιονίστηκε, πήρε μια τσάπα ,( αξίνα )  την ύψωσε ύστερα στον ουρανό και την κατέβασε με δύναμη  κάθετα στο χώμα . Μετά γυρίζει και τους λέει : -Να έτσι θα σκάβετε τη γη ,κατεβάζοντας με δύναμη την τσάπα ,ώστε να σχίζει το χώμα βαθιά. Να υψώνετε  την τσάπα και να της δίνετε αέρα ,να την ορίζετε  και όχι να σας ορίζει , κρατώντας την σταθερά με τις δυο σας παλάμες. Να έτσι ,όπως σας δείχνω.  Αρχίστε  και το βράδυ θα δούμε τι ψάρια πιάνετε.  
Δε βγάλαμε άχνα. Όταν πήρε το αγροτικό του και αναχώρησε ,τότε ο Γληγόρης σταματάει το σκάψιμο ,ενώ οι άλλοι συνέχιζαν και απευθυνόμενος στο Μαρούτα του λέει :
-Νοικοκύρης λαδή ο παπάς  ,Μαρουτάκο ,μα και απαιτητικός . Δε θα βγούμε ζωντανοί από εδώ μέσα. Εμένα με έπιασε η μέση μου απ’ το σκύψιμο Εμείς δεν είμαστε γεννημένοι για τόσο βαριές δουλειές,  λαδή είμαστε καλλιτέχνες . Αυτή τη δουλειά λαδή ξέρουμε καλά να κάνουμε  ξεκούραστα . Ή παπάς -παπάς ή ζευγάς –ζευγάς . Λαδή μέχρι κι αύριο θα σκάβουμε τη σταφίδα του παπά. Αφού πληρωθούμε,  για να’ χουμε τα εισιτήρια , επιστρέφουμε στο χωριό μας, αν στο μεταξύ δε βρούμε  ταβέρνα ή καφενείο  να παίξουμε μεθαύριο που είναι  το Σαββατόβραδο.
-  Ανέ  Γληγόρη καλά  ο παπάς μάς μυρίστηκε ότι είμαστε ψευτοδούληδες .  Έχεις δίκιο και συμφωνώ μαζί σου ,αλλά με ποια δικαιολογία   θα αφήσουμε τον παπά  στην μέση,  που  είναι φιλόξενος ,τόμπρος και δίκιος  άνθρωπος;
- Μέχρι αύριο κάτι θα σοφιστώ για να πληρωθούμε κανονικά τα μεροκάματα και να  φύγουμε ειρηνικά για αλλού. Ας σκάψουμε όπως μπορούμε σήμερα .
Ίδρωναν και ξαναΐδρωναν  και η μέρα δεν έλεγε να μαζεύει. Τους φαινόταν χρόνος, ολόκληρος αιώνας και ο ήλιος αργούσε να βασιλέψει .
 Η Λεφτέρω  κατάκοπη και λουσμένη στον ιδρώτα ,σταμάτησε το σκάψιμο και στηριγμένη  στο στειλιάρι της τσάπας της θυμήθηκε και  πιάνει χαμηλόφωνα ένα παλιό τραπεζίτικο  τραγούδι της εργατιάς . Το τραγούδι  που  είναι ποτισμένο με τον κόπο και τον ιδρώτα του εργάτη  και του αγρότη , που  μιλάει  κατάβαθα στην ψυχή του και  του ανοίγει διάπλατα το σφιχτοκλεισμένο του στόμα :

 Ήλιε μου τι μαρμάρωσες ,δεν πας να βασιλέψεις ;
Σε καταριέται η εργατιά ,του κάμπου οι δουλευτάδες,
π’ άλλοι δουλεύουν για ψωμί κι άλλοι για προσφάγι
κι ένας γέρος παλιόγερος για μια χούφτα ταμπάκο.

Ο Γληγόρης κι ο Μαρούτας  πέταξαν τις τσάπες τους πάνω στα  κουτρούλια  και απόλαυσαν το τραγούδι γέρνοντας πάνω στο  φρεσκοσκαμμένο  και ποτισμένο με  τον ιδρώτα  τους χώμα της μάνα γης. Ήταν ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα , μια ευχάριστη στιγμή . Ύστερα και οι τρεις τους, σαν να τονώθηκαν λιγάκι,  ξανάπιασαν τις τσάπες τους και συνέχισαν  πιο δυνατά τον αγώνα τους.
Λυτρώθηκαν ,όταν κι ο παπα-Χρήστος, ερχόμενος απ’ το Στόμιο  και  πατώντας εκκωφαντικά  το κλάξον του ντάτσουν , έδωσε τη λήξη για σήμερα. Αμέσως άφησαν  τις τσάπες τους  στην αποθηκούλα και επέστρεψαν  στη βάση τους με χέρια  γεμάτα με καντήλες  απ’ τις τσάπες  και ματωμένα απ ' τα βάτα  και  προβληματισμένοι .Τα πήγαν καλύτερα σήμερα ή χειρότερα; Ποια να’ναι άραγε η γνώμη του εργοδότη τους; Αυτό θα φανεί το βράδυ στο δείπνο.
Εκεί ο παπα- Χρήστος ήταν αρκετά αυστηρός αλλά  και ειλικρινής μαζί τους.
– Με έξι μεροδούλια  θα είχα σκάψει τη μισή σταφίδα κι εσείς δεν έχετε σκάψει ούτε τα δυο στρέμματα απ’ τα δεκαπέντε .Σας δίνω μια ακόμη  ευκαιρία για αύριο , τους λέει .    
 Ξημέρωσε και η επόμενη ημέρα και οι τρεις με το πρώτο φως του ήλιου βρίσκονταν στη σταφίδα του παπά και έβαλαν τα δυνατά τους ,ξεπερνώντας και τα όριά τους . Αλλά ,είπαμε ,το σκάψιμο θέλει δυνατούς και έμπειρους σκαφτιάδες. Αργά  το μεσημέρι έρχεται κι ο παπα-Χρήστος και τους φωνάζει να έρθουν  να γευματίσουν και να ξαποστάσουν για λίγο.
- Ελάτε  να φάτε και σας έχω σήμερα φρεσκότατα ψάρια –μπαρμπούνια ,που βρήκα στην παραλία του Στόμιου  και τα τηγάνισε  η πρεσβυτέρα. μου , τους λέει.
 Κάθισαν κατάχαμα ,όπως και τις προηγούμενες μέρες  και η Λεφτέρω ,άπλωσε μια μεγάλη πετσέτα και σέρβιρε στο πιάτο του καθενός από ένα ροδαλό μπαρμπούνι, που μύριζε θάλασσα.
Απ' την αποστασίλα ,την πείνα και την ασυφτασίλα του ο Γλήγορης πνίγεται, γιατί  φαίνεται να κατάπιε κάποια βελόνα .Πετάγεται πάνω γρήγορα και απομακρύνεται τρέχοντας  για να μην κόψει την όρεξη των υπολοίπων και φτάνοντας στην άκρη της σταφίδας ,βάζοντας το δάχτυλο στην καταψιώνα  του προκαλεί εμετό. Αναστατωμένη τρέχει γρήγορα κοντά του η κόρη του Λεφτέρω και του προσφέρει λίγο νερό. Ο Γληγόρης πιάνοντας την κοιλιά του και σφαδάζοντας δήθεν απευθύνεται στον παπα- Χρήστο :
- Λαδή κακό που μο’κανες παπά ,μας δηλητηρίασες παπά  Πάνε τα παιδάκια μου, μείνανε ορφανά.  Ο Μαρούτας ,παμπόνηρος καθότι Νταρζάνος , πιάνοντας το υπονοούμενο του Γληγόρη , λέει στον παπά :
- Κι εμένα σα να  βάρυνε το στομάχι μου ,λες να δηλητηριαστήκαμε  ομαδικά.;
 Ο παπάς τα  έχασε, τα χρειάστηκε . Λες η παπαδιά  του, που δεν καλοβλέπει ,άθελά της,  να τα αλάτισε με κανένα φυτοφάρμακο ; Αλλιώς δεν εξηγείται .  Κύριος οίδε ;   Στο μεταξύ ο Γληγόρης συνέχιζε να φτύνει και να κάνει πως τον κόβει η κοιλιά του .
 – Κάνε  γρήγορα παπά , βάλε το αγροτικό να φύγουμε για το σπίτι και μετά να φύγουμε  για το νοσοκομείο .
-Αχ παιδάκια μου ,τι μού έμελλε να πάθω; συνέχισε να κλαψουρίζει.
Ο παπα-Χρήστος ,αμήχανος και ταραγμένος , τους μεταφέρει στο σπίτι του και όλοι μαζεύουν γρήγορα τα μπαγκάζια τους ,ενώ ο Γληγόρης κάνει ακόμη πως σφαδάζει απ’ τους πόνους. Ο Μαρούτας τότε παίρνει απάνω του την υπόθεση και λέει του παπά :
- Αιδεσιμότατε , δυστυχώς όπως εξελίχτηκαν  τα πράγματα ,εμείς θα πάρουμε ταξί για το νοσοκομείο της Κορίνθου και δεν ξέρουμε  τι θα συναντήσουμε εκεί με τον άρρωστό μας . Σε παρακαλώ να μας ξοφλήσεις ,πληρώνοντας κανονικά και το σημερινό μας μεροκάματο και ανέ παρακάλα το Θεό να γλυτώσει  ο Γληγόρης , αλλιώς μπλέκουμε με τους γιατρούς και ανέ τότε κλάψε μας..
Ο παπά-Χρήστος έντρομος ,χωρίς  άλλη  σκέψη τους πληρώνει κανονικά και τους πετά με το αγροτικό στην παραλία  και από καρδιάς τους κατευοδώνει λέγοντάς τους:
-Έχετε την ευχή μου τέκνα μου . Περαστικά σου Γρηγόριε . Θέλω να με ενημερώσετε για την υγεία σου .Σαν περάσει η τροφική  δηλητηρίασή  του ,ξαναελάτε να εργαστείτε στη σταφίδα μου , κι όπως  μπορείτε . Θα σας περιμένω ως τη Δευτέρα. Βλέπετε  κι εγώ  σας συμπάθησα .
 Αυτά είπε και σα να ξαλάφρανε λιγάκι . Ένα βάρος πρέπει να  έφυγε από πάνω του.    
Στο μεταξύ ο Μαρούτας βρίσκει  ένα αγοραίο  διαθέσιμο και αναχωρούν με κατεύθυνση προς την Κόρινθο. Σταμάτησαν  όμως στο μεθεπόμενο χωριό ,στο Καμάρι .Μπήκαν σε μια ταβέρνα για να διαπραγματευτούν με το ταβερνιάρη τους όρους να παίξουνε το Σαββατόβραδο στο μαγαζί του ,τη μόνη δουλειά που γνώριζαν  να κάνουν σχετικά καλά, αφήνοντας το σκάψιμο κατά μεριά για άλλους πιο ειδικούς. ΄Οσο για το Γληγόρη  πολύ γρήγορα γιατρεύτηκε απ’την  ανεξιχνίαστη τροφική  δηλητηρίαση ,που τον βρήκε  ξαφνικά  !!!  Όμως ούτε λόγος  για επιστροφή  στη σταφίδα του παπα-Χρήστου στο Στόμιο της Κορινθίας. Άνοιξε  όμως και η τύχη της  Λεφτέρως  μας. Γνωρίστηκε κι αγάπησε ένα νιο απ’ το Καμάρι  και  εγκαταστάθηκε  μόνιμα εκεί ,εγκαταλείποντας  για πάντα την τραχιά και άγονη γη του χωριού μας.               

7 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

μπράβο πολλή καλό μαρίνη μας έφερες πισω στα χρόνια της κατοχής που το κάθε τι γύρο μας ειχε πραγματική αξια ..ΜΑΚΡΙΑ ΛΑΚΑ

Ανώνυμος είπε...

Να γράφεις πιο τακτικά Μαρίνη
πκ

Ανώνυμος είπε...

Ο φιλος και γείτονας Μαρίνης ξέρει να περιγράφει και να στολίζει τα κείμενά του με τίς πραγματικές τους διαστάσεις.

Ανώνυμος είπε...

Mono pou grafei synexeia gia tous goneis tou

Ανώνυμος είπε...

Εσύ ούτα να γράφεις ξέρεις Ελληνικά, ούτε για τους γονείς σου ξέρεις. Ξέρεις όμως να ενοχλείς τους άλλους!!

Ανώνυμος είπε...

Το αγράμματο με τα κεφαλαία είναι που παλια είχε βρίσει και τον παλιοπυργήσιο. Τον Μαρίνη θα άφηνε.....

Όταν δεν ξεχαρμανιάζει στον χψ, ψάχνεται για άλλους με τα γκρίκλις.

Ανώνυμος είπε...

ΧΨ=ΧΑΨΑΣ