Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Η ΚΑΒΟΥΛΙΩΤΙΣΣΑ

Ανατύπωση από το περιοδικό του Συλλόγου Γλανιτσιωτών Τρίπολης «ΤΗΣ ΚΥΡΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ» ΤΕΥΧΟΣ 4 -1990
(Έγιναν βελτιώσεις ,προσθήκες σε κάποια σημεία και επικαιροποίηση του περιεχομένου)

Από το Μαρίνη Πολυχρονόπουλο ,Φιλολόγο-ιστορικό
Στους Γλανιτσιώτες και γενικά στους Γορτύνιους αρέσει πολύ ο χορός και το τραγούδι . Όταν τους δινότανε η ευκαιρία ΄΄το’ ρίχναν λιγάκι έξω΄΄. Η φτώχεια λέγανε , θέλει καλοπέραση . Είχαν και έχουνε μέσα στο αίμα τους το γλεντοκόπι τόσο το τακτικό – οργανωμένο , όσο και το έκτακτο , το ευκαιριακό . Έκαμαν , πολλά πανηγύρια –γιορτές το χρόνο , που είχαν την ευκαιρία να ξεφαντώσουν και να ξεχάσουν για λίγο τα βάσανα και τη μιζέρια τους.
Γενικά οι παλιοί Γλανιτσιώτες ήταν ολιγαρκείς , ζούσαν , θα’ λεγα χωρίς υπερβολή , με το αρχαίο ρητό : ΄΄ παν μέτρο άριστο΄΄.
Στα τακτικά πανηγύρια οι Γλανιτσιώτες είχαν το μεγάλο πανηγύρι,
΄΄ Της Παναγιάς ΄΄ ( από το όνομα αυτό ονομάστηκε και η πλατεία του χωριού ).Γινόταν το δεκαπενταύγουστο για να τιμηθεί η Κοίμηση της Θεοτόκου , πολιούχου –προστάτισσας του χωριού μας στην πλατεία του χωριού και είναι πασίγνωστο σ’ όλη την περιοχή για την άρτια οργάνωσή του και ιδιαίτερα για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, που γίνονται τώρα τελευταία στη γενέτειρά μας από τους δύο πατριωτικούς συλλόγους των Αθηνών και της Τρίπολης.
Ακολουθούσε το Σεπτέμβρη ,στις 14, το πανηγύρι του Σταυρού , επίσης στην πλατεία του χωριού, όταν οι γλανιτσιωτοπούλες , κουβαλούσαν στους ώμους τους τα κοφίνια , φέρνοντάς τα απ’ τα αμπέλια με τα πρώτα ΄΄ γουρμασμένα ΄΄ σταφύλια.
Ανεπίσημη γιορτή , περισσότερο σπιτική –συγγενική ήταν του Αϊ-Δημήτρη , τον Οκτώβρη , όταν άνοιγαν , τα ΄΄ γιοματάρια΄΄ , τα βαγένια.
Πρωτόπιαναν απ΄το γιοματάρι το κοκκινέλι και άρχιζαν να συγκεντρώνονται συντροφιές-συντροφιές στα φιλικά σπίτια τρωγόπιναν και τσούγκριζαν τα ποτήρια ευχόμενοι οι συνδαιτημόνες –στον οικοδεσπότη ΄΄καλόπιοτο΄΄ , ΄΄ πάντα γιομάτα τα βαγένια ΄΄, μόσχος τα κρασιά σου ΄΄ και άλλες ευχές .
Το χειμώνα πέρα απ’ τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, (Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά – Φώτα ) , είχαμε το σφάξιμο των γουρουνιών , γιορτές και ξεφάντωμα στα συγγενικά σπίτια , στα σόγια. Ακολουθούσε η γιορτή της Αποκριάς με τις γνωστές μας ΄΄ μπούλες΄΄ , που άρχιζε απ’ τα σπίτια με τα χαριτολογήματα και αυτοσχέδια γλέντια και τελείωνε σε κάποιο μαγαζί ,όπου , όλοι οι μασκαράδες ξεφάντωναν ως τις πρωινές ώρες με τα ντόπια λαϊκά όργανα (κλαρίνα και βιολιά) .
Η ημέρα της Λαμπρής ,η Ανάσταση, γιορταζόταν με ξεχωριστή λαμπρότητα σ’ όλο το χωριό.
Το ψήσιμο του αρνιού ή το σούβλισμα , η πατροπαράδοτη μαγειρίτσα, μαζί με τα λαμπροκούλουρα ,τις γαλόπιτες και τις άλλες ΄΄ φιλιές΄΄ δεν έλειπαν από κανένα γλανιτσώτικο σπίτι, όσο φτωχό κι αν ήταν . Ο λαμπριάτης, το αρνί που θα σφαζότανε το Πάσχα , ήταν από πολύ καιρό πριν φυλαγμένος.
Γιορτή ταχτική και ξεχωριστή για την προσέλευση προσκυνητών επίσης ήταν του Αϊ –Γιωργιού στο συνοικισμό Παλιόπυργο , όπου πάνω σε επίπεδη και περίοπτη , ειδυλλιακή θέση, ήταν χτισμένο το ομώνυμο , όμορφο εκκλησάκι , το οποίο σήμερα έχει ανακαινισθεί με χρηματικές εισφορές πατριωτών.
Στις ταχτικές γιορτές συμπεριλαμβάνονταν και η γιορτή της Ανάληψης , στον Άγιο Θεόδωρο, σε ένα ξωκλήσι που είχε πανοραματική πράγματι θέα της γύρω περιοχής και η γιορτή για να τιμηθούν οι Άγιοι Ταξιάρχες στη θέση Σελά.
Η γιορτή της Ανάληψης στον Άγιο Θεόδωρο έχει αναβαθμιστεί τελευταία με πρωτοβουλία και μετά από γενναία παρέμβαση των δύο πολιτιστικών συλλόγων και του πρώην Δήμου Κλείτορος. Έχει γίνει ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου και καθιερώθηκε μια ετήσια πολιτιστική εκδήλωση για να τιμηθούν οι κτηνοτρόφοι και γίνεται αναπαράσταση όλων των ποιμενικών εργασιών με τον τίτλο « Η κουρά ή ο κούρος » των αιγοπροβάτων.
Και τα δύο αυτά εξωκλήσια έχουν ανακατασκευασθεί με χρηματικές εισφορές και άλλες δωρεές και αφιερώματα πατριωτών κι αυτό έγινε εφικτό , γιατί υπάρχει πλέον οδική προσπέλαση – οδική σύνδεση τους με το χωριό .
Άφησα τελευταία σκόπιμα για να μιλήσω διεξοδικά , για τη γιορτή της ΄΄ Καβουλιώτισσας΄΄ , απ’ όσα ο ίδιος προσωπικά γνωρίζω και θυμάμαι κι από όσα άκουσα από παλαιότερους.
Την ονομασία της την οφείλει πιθανόν στο ότι υψηλότερα από την εκκλησία υπάρχουν πελώριοι ογκόλιθοι – βράχια στρογγυλά που μοιάζουν με ΄΄ καβούλες΄΄ . Καβούλες πάλι λέμε στο χωριό μικρά τόπια – μπάλες χιονιού.
Γιορτάζεται την Παρασκευή της Λαμπρής , της Ζωοδόχου Πηγής . Το εκκλησάκι γραφικό και απέριττο βρίσκεται περίπου μιάμιση ώρα με τα πόδια δυτικά του χωριού μας και η επικοινωνία μ’ αυτό γινόταν στο τέλος του 20ου αιώνα δυστυχώς με ζώα ή με τα πόδια. Σήμερα έχει ανοιχτεί βατός αγροτικός δρόμος για τα αυτοκίνητα από της « Κυράς το γεφύρι », που εξυπηρετεί ανεκτά τους προσκυνητές και φιλέορτους.
Ολόκληρη η περιοχή ανήκει χωροταξικά στα όρια του πρώην Δήμου Λαγκαδίων και βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση από το συνοικισμό των Λαγκαδίων, την Κιάρνη ή Τσιάρνη ή αλλιώς Φτεριά. Σήμερα έχει γίνει ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου και της εκκλησίας για τις ανάγκες των πιστών.
Η θέση του είναι όντως πανοραματική .Πρώτα – πρώτα το έδαφος που έχει χτιστεί το εξωκλήσι είναι επίπεδο –ίσιωμα και υπάρχουν και πολλά αλώνια . Από εκεί μπορείς να αγναντέψεις και να χαρείς την τεχνητή λίμνη του Λάδωνα , με τις πολλές δαντελλωτές της γλώσσες , κι όταν πέφτει η λίμνη , το ποτάμι μας με τους πολλούς του μαιάνδρους (στροφές).
Ψηλά είπαμε βρίσκονται τα βράχια της Καβούλιας ή γνωστά ακόμα ως του Ντανάκα τα βράχια , με τις αετοφωλιές τους και με τις πολλές σπηλιές τους ,που δεσπόζουν το τοπίου και προκαλούν δέος . Καθώς είναι θεόρατοι ,φαντάζουν σαν γίγαντες – φρουροί του εξωκλησιού. Εδώ ,κατά την παράδοση,κρυβόταν ο λήσταρχος Λύγκος για να αποφύγει τη σύλληψή του από τα αποσπάσματα της Χωροφυλακής.
Απέναντι ακριβώς , κοιτάζοντας προς τα βόρεια βλέπεις τα χωριά Συριάμου , Ποδογορά (Πουρναριά σήμερα) , τη Στρέζοβα
( σήμερα Δάφνη ), το συνοικισμό της Κοκκαλιάρας και τις τοποθεσίες του Διχαλωτού , της Πέρα –Μεριάς , του Μπαρμπέρη κ.α. Δυτικότερα αγναντεύεις τους συνοικισμούς της Κιάρνης , του Μπουλιάρη, του Συριαμιάκου και τη γραφική τοποθεσία της Αγίας Μαρίνας της Κατσουλιάς . Από εκεί βλέπεις τα Αφροδίσια όρη,(βουνά της Κοντοβάζαινας και Βάχλιας ), τον Ερύμανθο και βορειότερα τον ορεινό όγκο του Χελμού ,το ξακουστό αυτό και υπερήφανο βουνό , και τα χαμηλότερα Καλαβρυτινά βουνά.
Κάτω χαμηλά , όπως προανέφερα ,όταν η λίμνη πέφτει, φαίνεται το γεμάτο θρύλους και παραδόσεις ΄΄ της Κυράς το Γεφύρι΄΄ μόνο του , αβοήθητο στον πανδαμάτορα χρόνο , λησμονημένο και παραδομένο στη λίμνη, που του κατασχίζει χρόνο με το χρόνο τη σάρκα.
Παλιότερα , όταν ο κόσμος δεν είχε μεταναστεύσει στο εξωτερικό ή στα μεγάλα αστικά κέντρα , οι προσκυνητές στη χάρη της ήταν πάρα πολλοί . Οι φιλέορτοι από βραδιού συνεννοούνταν μεταξύ τους για το τι θα πάρουν ( ζώα , τροφές , ταξίματα στην εκκλησία κ.λ.π.) και έκαναν τις σχετικές ετοιμασίες. Συνήθως για τροφές έπαιρναν τις μπογάτσες , κρέας ό,τι είχε απομείνει απ΄το λαμπριάτη , μπόλικα αυγά βαμμένα , τυριά ,κουλούρες με περίσσια τέχνη καμωμένες.
Ιδιαίτερα αυτές που προορίζονταν για κλήρωση ( τα έσοδα πήγαιναν στο ταμείο του εξωκκλησιού ) ζυμώνονταν και στολίζονταν με απαράμιλλη μαεστρία . Πάνω τους ζωγραφίζονταν διάφορα γεωμετρικά σχήματα, φίδια και σταυροί και η επιφάνεια τους γυαλιζόταν με το κοκκινάδι του αυγού.
Πουρνό-πουρνό , ντυμένοι στα γιορτινά τους ,μέσα στη δροσερή ανοιξιάτικη φύση , αχάραγα, ξεκινούσε το ΄΄ λεφούσι΄΄ των πανηγυριωτών για τη χάρη της από τα γύρω χωριά . Οι πετροπέρδικες στις πλαγιές και χαμηλότερα στις ρεματιές τα κοτσύφια και τα αηδόνια είχαν αρχίσει την εαρινή τους συναυλία και υμνολογία προς τον Ύψιστο Δημιουργό ,συμμετέχοντας στην μεγάλη γιορτή της.
Όλοι οι μουλαρόδρομοι τότε οδηγούσαν στη Μεγαλόχαρη. Εκεί έβρισκες και συναντούσες ΄΄ όλες τις φυλές του Ισραήλ΄΄ : Λαγκαδινούς, Κατσουλιώτες, Συριαμαίους , Βαχλαίους, Κιαρνιώτες, Γλανιτσιώτες , Βαλτεσινιώτες, Κερπινιώτες, Ποδογορινούς ακόμη και Στρεζοβινούς.
Οι προσκυνητές κατά το πλείστο αγρότες και βοσκοί , αλλά και λίγοι τότε (την εποχής της δεκαετίας του ’60) αστοί με τα γιορτινά τους , άλλοι πεζοί και άλλοι πάνω σ’ άλογα και μουλάρια , άλλα και στα γαϊδουράκια με τις πολύχρωμες κουβέρτες τους, τις χασιές τους, τα πολύχρωμα κιλίμια , άλλοι καβάλα της διχάλας κι άλλοι κατά μεριά ( οι γυναίκες ), έδιναν ένα άλλο τόνο στην πρωινή γιορταστική ατμόσφαιρα της ανοιξιάτικης φύσης.
Πήγαιναν τραγουδώντας να προσκυνήσουν στη χάρη της. Μαζί τους και οι πραματευτάδες- λιανοπωλητές , συνδυάζοντας αυτοί και το τερπνό , αλλά και το ωφέλιμο . Άλλοι πωλούσαν το κοκκινέλι – το κρασί στις τσίτσες και στις νταμιζάνες , άλλοι το ξερολούκουμο , άλλοι πιο συσηματικοί επαγγελματίες , Πυργιώτες ως επί το πλείστον, πωλούσαν κάθε είδους λιχουδιές , άλλα και χρήσιμα για το αγροτικό νοικοκοκυριό εμπορεύματα , από μαντίλια ως γεωργικά εργαλεία και οικιακά σκεύη . Γινόταν συνάμα ένα θρησκευτικό , ψυχαγωγικό και εμπορικό πανηγύρι.
Για μας τα παιδιά μάς τραβούσαν την προσοχή οι σιδερένιες φλογέρες, οι τζουρλάδες και οι καραμούτζες. Θυμάμαι ότι ο ξάδερφός μου, ο Πατούρης, ο Χρίστος του Τσιριμόπανου , είχε από εκεί αγοράσει ένα τέτοιο τζουρλά και έπαιζε μελωδικότατα διάφορα δημοτικά στο χωριό μετά από λίγη εξάσκηση.
Στους πλανόδιους πραματευτάδες συγκαταλεγόταν και ο ευσεβής συμπατριώτης μας προσκυνητής ο μπάρμπα – Γιώργης ο Πολύδωρας , κοινώς γνωστός με το παρατσούκλι ΄΄Τούρκος΄΄.
Τον θυμάμαι να πηγαίνει στην Καβουλιώτισσα με την γαϊδουρίτσα του φορτωμένη με τη λιγοστή του πραμάτειά του : κάνα δυο λουκουμόκουτες , που περιείχαν νοστιμότατα , αλλά μικροσκοπικά λουκούμια και μια νταμιζάνα κρασί καθώς και μια σακκούλα με καραμέλες και ζαχαράτα.
Τα τάματα στη χάρη της ήσαν πολλά και ποικίλα. Έβλεπες βετούλια να είναι δεμένα μπροστά στο ιερό , κουλούρες να βγαίνουν για κλήρωση, γυναίκες να ζώνουνε την εκκλησία , άλλες ξυπόλυτες και άλλες ποδεμένες.
Μετά απ’ την κατανυκτική θεία λειτουργία , ο κόσμος αυτός στρωνόταν στην καταπράσινη και επίπεδη γη, διασκορπιζόταν στα γύρω αλώνια και άρχιζε το φαγοπότι . Τα αυτοσχέδια τραπέζια ήταν αρκετά πλούσια σε εδέσματα και οι πανηγυριώτες έπιναν άφθονο ρετσινωμένο , αλλά αγνό ,ανόθευτο κρασακί.
Συμπλήρωμα του πλούσιου τραπεζιού είναι το τραγούδι και ο χορός. Και γι’ αυτά είχε ληφθεί πρόνοια .
Στο πανηγύρι αυτό πάντα πήγαιναν λαϊκοί οργανοπαίχτες , Γλανιτσιώτες , Στρεζοβίνοι και Ποδογορινοί για να διασκεδάσουν τους φιλέορτους. Άλλοτε είχαν κοινό ταμείο , άλλοτε χωρίζονταν σε ζυγιές . Τη γλανιτσιώτικη κομπανία τη συγκροτούσαν οι:
Ο Ντρούλιας (Ανδρέας Γιαννόπουλος ), που έπαιζε κλαρίνο γλυκό , μελωδικό . Η μαντινάδα του γάμου ήταν ανεπανάληπτη. Ακόμη και σήμερα, όταν θέλουν να πουν , ένα κλαρινίστα ότι παίζει καλά , λένε : Ρε παίζει σα τον Ντρούλια!!!
Ο Μακρής – Μαλαπέρδας ( Ιωάννης Μακρής ), που έπαιζε λαούτο , αλλά και συναλλαζόταν στο τραγούδι με το Γρηγόρη και στο κλαρίνο με το Ντρούλια.
Ο Τζιντάνος ( Γρηγόρης Πολυχρονόπουλος), που έπαιζε βιολί αυτοδίδακτος, αλλά παράλληλα τραγουδούσε έχοντας ένα πλούσιο ρεπερτόριο στα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια.
Εκεί μεσούρανα έφτανε ,μες την κάψα της ημέρας, η γλανιτσιώτικη γνωστή και απαράμιλλη φωνή του Γρηγόρη του βιολιτζή , αν και δεν είχαν τότε μικροφωνική εγκατάσταση . Και οι κύκλοι του χορού ήταν διπλοί και τρίδιπλοι .
Θυμάμαι τα τραγούδια που χορεύονταν τότε πολύ , που τ’ άκουγα και χαιρόμουνα κατάβαθα, μικρό παιδί , σχολιαροπαίδι, φυλάγοντας, τα γιδοπρόβατα ψηλά στη Μακριαλάκα ,κάπου μισή ώρα ποδαρόδρομο ανατολικά και ψηλότερα απ’ την Καβαλιώτισσα.
Από κει ψηλά διέκρινα τους πανηγυριώτες και λαχταρούσε η καρδιά μου να πετάξει και να σμίξει μαζί τους . Έστηνα αυτί κι άκουγα τα τραγούδια που παίζονταν. Τ’ ακούω νοερά και τώρα , όπως τότε, να τραγουδιόνται από τη χαρακτηριστική,ηχηρή, κελαρυστή φωνή του πατέρα μου ,όπως: Ορέ βγήκα ψηλά στα διάσελα κι αγνάντια στη Μπαρμπάσαινα , Να’ σαν τα νιάτα δυο φορές τα γερατιά καμία ,ή τα :Ορέ πουλιά μου διαβατάρικα και το Λάλατο αηδόνι λάλατο και άλλα πολλά.
Κι οι πανηγυριώτες ,πίνοντας το κοκκινέλι , κέφωναν περισσότερο και πλέρωναν τους οργανοπαίχτες ,που ιδρωκοπούσαν, ρίχνοντας κέρματα και χαρτονομίσματα στην κούτα, που ήταν στα πόδια του Μπάρμπα –Γιάννη του Μαλαπέρδα.
Κι όταν βράχνιαζε ο μπάρμπα – Γρηγόρης, άρχιζε με τη μεστή γεμάτη φωνή του το τραγούδι ο μπάρμπα –Γιάννης με τα κλέφτικα όπως τα τραγούδια: Κατά καημένη Αράχωβα Νταβέλη ,τη Βοχαϊτοπούλα , Ένας αητός περήφανος και με άλλα πολλά τσάμικα ,καμπίσια και λικνιστά –καλαματιανά.
Εκεί έβλεπες και τους πιο δεινούς χορευτές στην κορυφή του χορού να συναγωνίζονται σε φιγούρες , σε τσακίσματα και σε ξεφαντώματα αγαλλίασης, επιδεικνύοντας τα χορευτικά τους χαρίσματα στα τσάμικα και στα συρτά.
Αργότερα εξελίχτηκαν οι οργανοπαίχτες με την πρόοδο της τεχνικής στον ήχο , ώστε και καλύτερα να εκτελούν τα τραγούδια και περισσότερο ξεκούραστα για τους ίδιους.
Χρησιμοποιούσαν μπαταρίες- ηλεκτρικές γεννήτριες – και μικροφωνικές εγκαταστάσεις για να διασκεδάσουν τους μουσικόφιλους προσκυνητές και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις τους.
Το κέφι και το γλέντι κρατούσε αμείωτο ως τις απογευματινές ώρες, ακόμη μερικές φορές και μέχρι το ηλιοβασίλεμα !!!
Τότε οι πανηγυριώτες, ευλαβείς προσκυνητές της Καβουλιώτισσας , πριν πέσει το σκοτάδι. επέστρεφαν συζητώντας, χαριτολογώντας και τραγουδώντας στα χωριά τους , δίνοντας μια υπόσχεση: Να δώσει ο Θεός και η Μεγαλόχαρη να ξαναρθούνε του χρόνου πάλι στη Χάρη της γεροί και δυνατοί !!!
Δράττομαι της ευκαιρίας, καθώς ζούμε τη μεγάλη εορτή της Χριστιανοσύνης, το Πάσχα, για να ευχηθώ σε όλους τους απανταχού Γλανιτσιώτες :
Χ ρ ι σ τ ό ς Α ν έ σ τ η και χ ρ ό ν ι α π ο λ λ ά
και τους αφιερώνω τους στίχους των παρακάτω επίκαιρων και ωραιότατων πασχαλινών δημοτικών μας τραγουδιών :

1- Σήμερα Χριστός Ανέστη

Σήμερα ,μαύρα μου μάτια, σήμερα Χριστός Ανέστη.
σήμερα Χριστός Ανέστη και στους Ουρανούς ευρέθη.
Σήμερα ,μαύρα μου μάτια ,σήμερα τα παλικάρια,
σήμερα τα παλικάρια ,στέκονται σαν τα λιοντάρια
Σήμερα, μαύρα μου μάτια , σήμερα και τα κορίτσια,
σήμερα και τα κορίτσια ,στέκονται σαν κυπαρίσσια
Σήμερα ,μαύρα μου μάτια ,σήμερα και οι παντρεμένες,
σήμερα και οι παντρεμένες είναι λαμπροφορεμένες.
Σήμερα ,μαύρα μου μάτια, σήμερα και οι παπάδες ,
σήμερα και οι παπάδες ,λειτουργούν σα δεσποτάδες.

2- Σήμερα Γιώργη μ’ Πασχαλιά

Σήμερα Γιώργη μ’ πασχαλιά, Γιωργάκη –Γιωργάκη,
Γιωργάκη και λεβέντη ,σήμερα πανηγύρι.
Σήμερα αλλάζουν τα παιδιά ,Γιωργάκη –Γιωργάκη,
Γιωργάκη και λεβέντη και παν στο πανηγύρι.
Με τα ψαριά τους τ’ άλογα, Γιωργάκη- Γιωργάκη ,
τις τσίλικες φοράδες και παν στο πανηγύρι.
Κι εσύ Γιωργή μ’ δε φάνηκες, Γιωργάκη –Γιωργάκη,
Γιωργάκη και λεβέντη σε κάνα βιλαέτι.
Μήπως σ’ αρραβωνιάσανε , Γιωργάκη- Γιωργάκη,
Γιωργάκη και λεβέντη σε κάνα βιλαέτι ;




2 σχόλια :

ΑΡΗΣ (Τσιριμόπανου) είπε...

ΑΔΕΡΦΕ ΜΑΡΙΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΛΟΓΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΣΤΕΡΕΨΑΝ!!!!!!! ΜΟΝΟ "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ"

Ανώνυμος είπε...

Αυτή ήταν η ζωή με γιορτές, πανηγύρια, γλέντια, ευχές όπως την περιγράφει ο φίλος Μαρίνης. Μεταφέρει όμορφες εικόνες, τρυφερές στιγμές για τα εξωκκλήσια και τις άλλες γιορτές του χωριού.
Η περιγραφή της περιοχής με τους συνοικισμούς και τα αμφιθεατρικά χωριά στίς πλαγιές των βουνών, το ποτάμι και τόσες ποικίλες εικόνες δίνει χάρη και ευχαρίστηση το κείμενο στον αναγνώστη.
Στην Καβουλιώτισσα σμίγουν ανθρώποι των γύρω χωριών, εκκλησιάζονται, γλεντούν χαίρονται, γεύονται νοστιμιές κουλούρες, μπουγάτσες, κόκκινο κρασί, τραγουδούν χορεύου.
Όλα βρίσκονται σε κίνηση.
ΒG