Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Το γκεσέμι του Ντανάκα

Αφήγηση από την Ελένη Γρηγορίου Πολυχρονοπούλου
Διασκευή από το Μαρίνη Πολυχρονόπουλο

Με αφορμή όσα ο αείμνηστος θείος μου Θεόδωρος Γιαννόπουλος , ο Θόικος μας ,γράφει για τον παππού μου Αθανάσιο Πολυχρονόπουλο ή Τσιιμοθανάση ή Σκουριά ,θυμήθηκα και σας διηγούμαι ,όσα μου αφηγήθηκε η μάνα μου ,η Τζιουκολένη για το εξής συμβάν με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τον συνοριάτη μας στη Μακριαλάκα, Βαλτεσινιώτη ,Ρέππα Δήμο ή Ντανάκα. που είχε κι αυτός ένα μικρό κοπάδι από γίδια κι έμενε ολοχρονίς στο στανοτόπι του στο Αχλαδερό ,
κοντά στον Άγιο Βλάση , κάπου στα όρια περιοχής του Βαλτεσινίκου
και της Μυγδαλιάς.
Αναφέρομαι χρονολογικά στην εποχή μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο ,του εικοστού αιώνα .
Το φαινόμενο της κλεψιάς ήταν σε έξαρση και στην περιοχή της Γορτυνίας. Για τους πολλούς η κλεψιά ήταν , κακώς βέβαια ,μια νόμιμη ενέργεια ,ήταν αυτοάμυνα ,μιας και σχεδόν όλοι έκλεβαν για να επιβιώσουν και όχι για να πλουτίσουν.
Ήταν και αυτό κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας και της Οθωνικής περιόδου. Τότε πολλοί κλέφτες και λήσταρχοι ,όπως ο Νταβέλης, υμνήθηκαν από τη λαϊκή μούσα, όταν έκλεβαν ή λήστευαν όχι μόνο για να πλουτίσουν οι ίδιοι, αλλά για να απονείμουν δικαιοσύνη ,για να τιμωρήσουν αυτούς που έκλεβαν νόμιμα τον λαό μας και έμεναν ατιμώρητοι. Με την αυτοδικία τους έπαιρναν το δίκιο με το χέρι τους από όσους καταλήστευαν και καταδυνάστευαν τότε το φτωχό λαό μας.
Για τον πολύ κόσμο ο ζωοκλέφτης ήταν ο άντρας ό δυνατός ,ο αντρειωμένος, ο ψυχωμένος , ο ανυπότακτος και για πολλούς ο ήρωας .
Ο παππούς μου λοιπόν ,ο Τσιριμοθανάσης , ήταν βέβαια ζωοκλέφτης, όχι όμως συστηματικός αλλά περιστασιακός .Ήταν όμως παμπόνηρος και εκδικητικός . Έκλεβε για να τιμωρήσει κάποιον που του έκανε κάποια αδικία, κατά τη γνώμη του ,για να τον εκδικηθεί. Έφτανε στην αυτοδικία μόνο ,αν είχε εξαντλήσει όλα τα νόμιμα μέσα εναντίον κάποιου . Πάντοτε όμως έπαιρνε όλα εκείνα τα προληπτικά μέτρα για να μην μπορεί να αποκαλυφθεί η κλεψιά του. Έφάρμοζε κατά γράμμα ,όσα ο σοφός λαός μας έλεγε :
Ξέρεις να κλέβεις ; Ξέρω.
Ξέρεις να κρύβεις; Δεν ξέρω. Ε , τότε ούτε να κλέψεις δεν ξέρεις.
Μετά τις σκέψεις μου αυτές επανέρχομαι στο θέμα μου.
Βρισκόμαστε στην αρχή της άνοιξης , στην αναγέννηση της φύσης. Ήταν άκρη καιρού .Το χορτάρι λιγοστό. Τα ζώα πεινασμένα χωρίς τις απαραίτητες ζωοτροφές και οι πιο καλοί νοικοκυραίοι με τον παρατεταμένο χειμώνα είχαν πέσει έξω στα κουμάντα τους.
Ο παππούς μου με τη μικρούλα εγγονή του ,τη Δημητρούλα ,ανηφόρισε τα γιδοπρόβατα προς τη Μακριαλάκα για να βοσκήσουν ό,τι βρουν . Κουρασμένος από το ανηφορικό ποδαρόδρομο ,σκεπάσθηκε με την κάπα του σε ένα πουρνάρι και λουσμένος απ’το μαρτιάτικο ζεστό ήλιο , αποκοιμήθηκε για λίγο. Η Δημητρούλα παραδίπλα του ,ζούσε στον δικό της παιδικό κόσμο. Το κοπάδι αφύλαχτο !!!
Αυτό ήταν . Το κοπάδι ανηφορίζοντας ολοένα έφτασε στο σπαρμένο από κριθάρι χωράφι του συνοριάτη μας , γερο-Ντανάκα και με άκρατη βουλιμία κατέτρωγε τα πράσινα κλωνιά , που είχαν μόλις ξεπεταχτεί από τη ναρκωμένη απ’το σκληρό χειμώνα γη. Σε λίγο το έκαναν αλοιφή.!!! Κανένας δεν ήταν να τα εμποδίσει.
Ο παππούς μου ,αφού πήρε για λίγο τον υπνάκο , πετάχτηκε έντρομος από το προσωρινό λάγιασμά του. Η χαρακτηριστική σε ήχο βαρύ μπουζούκα, κρεμασμένη στο τραγί του και τα τσιοκάνια και οι γουργούρες δεν ακούγονταν πουθενά .Στήνει αυτί, τίποτα. Ρωτά τη μικρή δεν ήξερε να του απαντήσει. Τον ζώσανε τα φίδια !!!
Λαχανιασμένος ανηφορίζει γρήγορα , μπροστά αυτός και πίσω η Δημητρούλα με κατεύθυνση προς το  σπαρμένο χωράφι του γερο-Ντανάκα . Κρατεί την ανάσα του και αφουγκράζεται για λίγο μήπως κι ακούσει κάποιο βέλασμα ή κάποιο τσιοκάνι ή γουργούρα να χτυπά προς την πλευρά του ρέματος της Καβούλιας. Πρώτη η Δημητρούλα άκουσε βέλασμα προβατίνας και κάποιο τσιοκάνι να χτυπά και του λέει χαρούμενη ,αλλά και ανακουφισμένη.
– Παππού το κοπάδι μας είναι χαμηλά κάτω στις τούφες . Νομίζω πως άκουσα και το τσιοκάνι της ζημιάρας μας μπάρτσας γίδας μας να βαρεί και μόλις διακρίνονται και μερικές προβατίνες μας.
– Μακάρι να τα βρούμε όλα εκεί , της είπε κοφτά και συνέχισε :
-Πάμε ,παιδάκι μου, τρέχοντας να τα μαζέψουμε και να κατηφορίσουμε γρήγορα προς την Κοσονιά ,να μη μας πάρει χαμπάρι ο γερο-Ντανάκας. Σκέφτηκε πως ίσως τα γιδοπρόβατά του να μην πρόλαβαν να πέσουνε στο σπαρμένο με κριθάρι χωράφι του γερο- Ντανάκα και να μην του φάγανε το φύτρο. Αν όμως πέσανε, τότε ούτε τα μισά κι αν πουλήσει δε φτάνουνε για να πληρώσει την αγροζημιά. Ήξερε βέβαια πως είχε σπείρει πάνω από δέκα στρέμματα χωράφι με κριθάρι ο γείτονάς του.
Τρεχάλα ,μπροστά ο γερο-Θανάσης και αποκοντά η Δημητρούλα και η σκύλα του η Αστέρω , φτάνουν κοντά στο κοπάδι. Σφυρίζοντας το μάζεψε ,αλλά διαπιστώνει πως ούτε τα μισά δεν ήταν εκεί . Πού βρίσκονταν τα άλλα ; Τρέχοντας ανεβαίνει σε ένα υψωματάκι για να αγναντέψει μήπως βόσκουν χαμηλότερα ,προς της Αστραπής τα δέντρα και το Στρογγυλό . Δε βλέπει τίποτα . Ξαναγυρίζει πίσω και με σιουρητά και με πέτρες και με τη βοήθεια της Δημητρούλας κατορθώνει να τα κατεβάσει στο δικό του χωράφι ,στη Μακριαλάκα .
Ύστερα αφήνοντας να τα φυλάει η εγγονή του με την Αστέρω, ανηφορίζει και πάλι με κατεύθυνση προς το καλύβι του γερό Ντανάκα προς το Αχλαδερό. Μπαίνοντας με γρήγορες δρασκελιές στο σποροχώραφο διαπιστώνει , πως του είχαν κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά. Φοβερό θέαμα!!! Είχαν μαδήσει συνέπαγα τα ολόδροσα και τρυφερά φυλάκια που είχαν ξεπεταχθεί μέσα απ’το χώμα. Σε όλες τις σπαρμένες πεζούλες η κατάσταση ίδια. Πότε πρόλαβαν ,αναρωτήθκε. Αμέσως όμως τα δικαιολόγησε . Τα έκοψε η πείνα και σαν είδαν χλωρασιά ,έτρεξαν να επωφεληθούν. Προχωρεί λίγο ψηλότερα και προσεγγίζει το καλύβι του γέρο- Ντανάκα, στο Αχλαδερό. Τότε ακούει το γνώριμό του ήχο απ’ τη μπουζούκα του τραγιού του να έρχεται από το γαλάρι .
Έγινε αυτό που φοβόταν !!! Ο γέρο-Ντανάκας ,σαν είδε τα γιδοπρόβατα να βόσκουν στο σπαρμένο χωράφι του και ο βοσκός να μη φαίνεται πουθενά, σκέφτηκε να μαζώξει το αφύλαχτο κοπάδι και να το μπάσει στο γαλάρι του . Έτσι σίγουρα θα εύρισκε και τον ιδιοκτήτη τους.
Φαίνεται όμως πως όλα τα ξένα γιδοπρόβατα δεν τον εμπιστεύονταν , ήταν άλλωστε πελώριος , πρόγκιξαν και σκορπίστηκαν δεξιά κι αριστερά μέσα το λόγκο.
Τώρα ποιος ξεμπερδεύει μαζί του ,σκέφτηκε ο γερο-Θανάσης . Θα ζητούσε ακόμη και φύλαχτρα για να το λευτερώσει, πέρα από τη ανεπανόρθωτη αγροζημιά που έκαναν στο φυτρωμένο του σπαρτό.
Ο παππούς μου πετροβόλησε το μαντρόσκυλο που τον γάβγιζε και χτύπησε με τη γκλίτσα του την πόρτα του καλυβιού και φώναξε με το όνομά του το γερο-Ντανάκα.
- Δήμο ,ε ρε Δήμο ,Δήμο , Ρέππα ,για έβγα για λίγο έξω που σε θέλω.
Σε λίγο ξεπρόβαλε ένας αντράκλας ίσια με εκεί πάνω ,δύο μέτρα ύψος, με λίγη καμπούρα απ’τα γεράματα ,με πλατύ στέρνο ,με άσπρη γενειάδα, και γαμψή μύτη και δυο μάτια αετίσια. Η εξωτερική του εμφάνιση ξωμάχου, απόκοσμη, σχεδόν πρωτόγονη.
Φορούσε στην πλάτη του μια μισοτριμμένη κόζινη κάπα και ένα στρατιωτικό χακί παντελόνι, γουρνίσια τσαρούχια και κάλτσες πλεχτές μάλλινες ως το γόνατο. Δεν ήταν κακός και δύστροπος χαρακτήρας, αλλά δεν χαριζόταν σε όσους τον ζημίωναν, ήθελε πάντα πλερωμή.
Έσκυψε λιγάκι για να διαβεί τη χαμηλή πόρτα του καλυβιού του . Χούγιαξε το σκυλί του να μη γαυγίζει και ύστερα με την αγριοφωνάρα του κάλεσε τον παππού μου να πλησιάσει πιο κοντά ,γιατί δεν τον έβλεπε καθαρά.
Ο παππούς μου θαρρετά τον πλησίασε και του αποκρίθηκε :
- Είμαι ο συνοριάτης σου Τσιριμοθανάσης και έχασα το κοπάδι μου , όταν αποκοιμήθηκα για λίγο στο χωράφι μου στη Μακριαλάκα και κάνοντας τον ανήξερο τον ρωτάει :


- Μήπως το είδες πουθενά ; Και για να τον καλοπιάσει του προτείνει :
- Έλα να στρίψουμε κι ένα τσιγάρο ,προχτές μου έφεραν τον καπινό ατ’τη Μορόχοβα. .
Μα ο Ντανάκας είχε άγριες διαθέσεις και του ανταπαντά .
-Ρε παμπόνηρε Τσιρίμη τι μου προτείνεις τώρα .Τα γιδοπρόβατά σου μου φάγαν όλο το φύτρο εδώ και δυο ώρες και μου πολυσόνιασες το χωράφι μου και συνεχίζει:
-Η αγροζημιά που μου ‘κανες είναι μεγάλη. Αύριο θα καλέσω τον αγροφύλακα να την εκτιμήσει και μετά τα λέμε ,του είπε κοφτά. Όσο για το κοπάδι σου θα ξενυχτήσει μέσα στο γαλάρι μου για απόψε . Θα τα κρατήσω για πειστήριο της αγροζημιάς σου.
Ο παππούς μου για λίγο τα χρειάστηκε . Η απειλές του ήταν πολύ σοβαρές μα ο παππούς μου δεν ήταν και δυνατός στα χέρια ,στην ηλικία που βρισκόταν ,για να αναμετρηθεί μαζί του και να λύσει επί τόπου μαζί του τις διαφορές. Ο γερο -Ντανάκας ,αν και μεγαλύτερος σε ηλικία από τον παππού μου, ήταν άντρας δυνατός και θεριό ανήμερο.
Ήταν όμως και προσβλητικό να του κρατήσει το μισό κοπάδι του, προσωρινά βέβαια , με το έτσι θέλω. Ήταν και θέμα προσωπικής τιμής για τον ίδιο. Πού ακούστηκε να του κρατήσει το μισό κοπάδι  του και να επιστρέψει στα Γουβιά με το άλλο μισό με την εγγονούλα του ; Κι ύστερα τι γάλα θα έπιναν τα έγγόνια του και τι θα βύζαιναν τα μισά κατσίκια και τα αρνιά του το βράδυ; Σίγουρα θα ξεπίταγαν.
Δεν είχε και το δίκιο με το μέρος του. Η αγροζημιά μικρή ή μεγάλη είχε γίνει . Πολυμήχανος και εύστροφος που ήταν γρήγορα αναδιπλώθηκε. Ζήτησε συμβιβαστική λύση. Όλα αυτά πέρασαν γοργά απ’το μυαλό του και αμέσως έβαλε σε εφαρμογή ένα παράτολμο σχέδιο ,ίσως να κάλμαρε τον αλύγιστο γερο –Ντανάκα.
- Αμόλυσε τα γιδοπρόβατα και φέρε αύριο τον αγροφύλακα για να εκτιμήσει την αγροζημιά .Θα είμαι κι εγώ αύριο παρών για να την αποδεχτώ . Αν δε το κάνεις αυτό , εγώ έφυγα τώρα κιόλας για το Βαλτεσινίκο για να σε καταγγείλλω για ζωοκλοπή. Άλλωστε θα τα βρούνε κλεισμένα στο γαλάρι σου και τότε τι θα ισχυριστείς ; Ξέρεις σίγουρα ποια θα είναι η κατηγορία σου; Θα κατηγορηθείς για αυτοδικία και θα τιμωρηθείς ίσως και με εξορία. Ύστερα βγαίνοντας στο ξάγναντο και φωνάζοντας ,όσο μπορούσε δυνατά για να γίνει περισσότερο πιστευτός παραγγέλλει στην εγγονούλα του.
- Δημητρούλα , μαύλα τη σκύλα μας την Αστέρω και φύγετε τώρα για τα Γουβιά με όσα γιδοπρόβατα βρήκαμε.
Ο γερο- Ντανάκας στο άκουσμα της λέξης εξορία κλονίσθηκε .Σκέφτηκε λίγο τι τον περίμενε ,δεν ήθελε μπλεξίματα και ανακρίσεις. Η πολιτεία για να χτυπήσει αλύπητα τη ζωοκλοπή επέβαλε τότε την ποινή της εξορίας για τους ζωοκλέφτες. Μαλάκωσε λιγάκι το πρόσωπό του και ύστερα του λέει :
- Θα σου αμολύσω το κοπάδι σου ,αλλά να ξέρεις αύριο μπονώρα, φέρνω τον αγροφύλακα για εκτίμηση της ζημιάς και σου κάνω μήνυση .
Άνοιξε το γαλάρι του και άφησε το ξένο κοπάδι ελεύθερο.
Και οι δύο σε λίγο χώρισαν στενοχωρημένοι ,χωρίς άλλη κουβέντα. Ο παππούς μου, γιατί θα δικαζόταν απ΄το αγρονομείο ,ύστερα από λίγους μήνες , και ο γερο-Ντανάκας ,που απόχτησε όχι από  δική του υπαιτιότητα ,ένα συνοριάτη Τσιρίμη εχθρό του. Τους γνώριζε τους Τσιριμαίους απ’την καλή . Είχε τώρα την οχιά στον κόρφο του !!!
Πράγματι ,μετά από λίγους μήνες βγήκε το δικαστήριο του παππού
μου ,που δικάστηκε να καταβάλλει στο γερο-Ντανάκα πάνω από χίλιες πεντακόσιες περίπου μεταλλικές δραχμές ,ποσό δυσβάστακτο για την οικογένειά μας.
Την πέρασε κι αυτή την κουντίνα ο παππούς μου ,αλλά δε την ξέγραψε ποτέ από το μυαλό του. Περίμενε σαν το πληγωμένο θεριό να χτυπήσει την κατάλληλη ώρα. Και ήρθε αυτή η ώρα για εκδίκηση.
Άφησε να περάσει επίτηδες ένας ολόκληρος χρόνος ,όταν ο γερο-Ντανάκας ,όπως το συνήθιζε ,έβοσκε το αφύλαχτο κοπάδι του από καμιά εκατοστή γίδες και τραγιά στο λόγγο ,στου Χασάνη και στης Αλογότρυπας το ρέμα.
Ο παππούς μου με το αετίσιο βλέμμα του άδραξε την ευκαιρία .Ανέβηκε γοργά το ρέμα της Κοσονιάς  και τη Λαγκάδα και ζαγά-ζαγά κοντοζύγωσε και έπιασε με τη γκλίτσα του το γκεσέμι ,( λέμε το τραγί που είναι κι αρχηγός του κοπαδιού ) , ένα ρούσσο τραγί του γερο-Ντανάκα, που έτρωγε σε μια γλατζινιά. Με γρήγορες κινήσεις του φίμωσε με το μαντήλι του το στόμα , του βούλωσε το κουδούνι ,το έδεσε από τα τσέπια και το ροβόλησε με κάθε προφύλαξη ως την Καμινόγουβα κι από κει στο καλύβι του, τα Γουβιά. Ύστερα το έσφαξε στο πι και φι , το κρέμασε στον πρίνο και το έγδαρε και του’βγαλε τα σπλάχνα του .Το καθαρό κρέας το γκεσεμοιού ,ίσως να ξεπερνούσε και τις σαράντα οκάδες , τόσο μεγάλο ήταν ,σα βόδι!!!
Το έκοψε μεγάλα κομμάτια και ζήτησε απ’τη γιαγιά μου να ανάψει τη φωτιά και να το βράσει στο λεβέτι. Το συκώτι το αλάτισε και το πέταξε στη θρακόβολη για την όρεξη. Μετά το βράσιμο έστειλε και σε εμάς μεγάλα μπουκούνια για να φάμε .
΄Ολοι φάγαμε και σκάσαμε απ’το κλεμένο τραγί και στηλώθηκε η καρδιά μας. Καλά λένε πως το κλεμμένο κρέας είναι το πιο νόστιμο!!! Μόνο ο πατέρας μου δε το δοκίμασε ,γιατί έλεγε πως δεν ήθελε να μαγαρίσει απ’το κλεμμένο τραγί.
Στο καλύβι του παππού μου γινόταν ολονύχτιο πανηγύρι !!! ΄Εβραζαν και ξεκοκκάλιζαν το κρέας ,το αλάτιζαν και συνέχιζαν να τρώνε ως το χαράματα. , συνοδεύοντάς το με κοκκινέλι από το αμπέλι μας.
Μεσημέριασε ,όταν σιγά-σιγά άρχισαν να σηκώνονται και να συγυρίζουν το καλύβι οι γυναίκες . Έπλυναν τεντζέρια και λεβέτια και τα άλλα αναχρικά του καλυβιού, σκούπισαν πρόχειρα την αυλή και πέταξαν τη στάχτη και έκρυψαν το δέρμα του τραγιού μέσα στα άχυρα, στο κατώι.
και πέταξαν το κεφάλι του στο μπουντρούμι.
Στο μεταξύ ,ο γέρο-Ντανάκας ,αφού μάταια αναζήτησε τριγύρω απ’το καλύβι του το γκεσέμι και δεν το βρήκε ,κατά το μεσημέρι ροβόλησε στον Τράφο,στο καλύβι του μπάρμπα μου του Θόικου του Τσιρίμη για να πληροφορηθεί για το τραγί του. Ο θείος μου του είπε πως δεν ήξερε τίποτα και του υπέδειξε να ρωτήσει και το μπάρμπα του ,τον Τσιριμοθανάση , ροβολώντας στα Γουβιά . Με τη δίμετρη ροζιάρικη μαγκούρα του στο χέρι άρχισε να ροβολάει αργά προς την Καμινόγουβα τη βρύση  με τη σκέψη να ‘ρθει και στα Γουβιά. Στο ύψωμα της βρύσης όμως κοντοστάθηκε και φώναξε δυνατά :
- Θανάση ,όρε Θανάση .
Ο παππούλης μου τον είχε ιδεί απ’το καλύβι που ροβόλαγε και είχε μελετήσει πως θα τον παραπλανούσε χωρίς τσακωμό.
Του απολογήθηκε : -Τι έναι ρε .
- Μην είδες ένα τραγί ρούσσο . Το έχασα από χτες το πρωί,όταν τα γίδια έβοσκαν στου Χασάνη και στης Αλογότρυπας το ρέμα, και το ψάχνω όλη ημέρα. Μήπως έσμιξε με το δικό σου το κοπάδι;
- Τα πράματα τα πήγαινε η Δημητρούλα από χθες στην Αφλόριζα για βοσκή για πιο κοντά στο καλύβι.  Εγώ έχω γρίπη και δε μπορώ να πάρω τα πόδια μου .Τήρα εφτού τριγύρω στα πλάγια και στα κρεμάσματα. Κάπου θα πιάστηκε το κουδούνι του σε καμιά γλατζινιά και θα σου κρεμάστηκε. Πέρσι και του Βάγγου του κρεμάστηκε ένα τραγί στο Χοντροβέρι και το βρήκε ψόφιο την άλλη ημέρα.
Κάνε όμως γρήγορα ,γιατί τα ζούδια θα στο φάνε τη νύχτα.
Ο γερο-Ντανάκας βρήκε σωστή την ορμήνια που του 'δωκε ο τετραπέρατος Τσιρίμης ,πισωγύρισε και άρχισε να ψάχνει στα πλάγια και στα σούρματα στο λόγγο, που ήταν πολύ μεγάλος, μήπως και βρει ακόμη ζωντανό το κρεμασμένο του τραγί !!! Μάταια όμως .
Δεν του’κοψε να προχωρήσει και να φτάσει ως το καλύβι του Τσιριμοθανάση , γιατί θα έπιανε στα « πράσα » τον κλέφτη ,καθώς όλο το καλύβι βρωμοκοπούσε ακόμη από το βρασμένο κρέας και τα ταψιά , που ήταν γιομάτα ακόμη απ’τα κοψίδια.
Έχαψε όσα ο πονηρός Τσιρίμης του ξεφούρνισε. Τυφλώθηκε ; Ίσως.
Ο παππούς μου για άλλη μια φορά με την εξυπνάδα του πλάνεψε και εκδικήθηκε τον απονήρευτο και συμπαθητικό κατά τα άλλα μπάρμπα –Δήμο, γερο-Ντανάκα, για την τιμωρία που του είχε κάνει από την περσινή αγροζημιά .

13 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Ο αφηγηματικός τρόπος του Μαρίνη γοητεύει. Η ιστορία πραγματική αφού έτσι ζούσαν οι περισσότεροι, κλέβοντας. Οι αλλεπάλληλες εικόνες του τοπίου μαγεύουν. Η περιγραφή είναι σαν παραμύθι των προπολεμικών χρόνωνπου λές νάταν κι άλλο και να μην σταμάταγε εδω που σταμάτησε. Τα πρόσωπα οι δυό άντρες ημίθεοι τουλάχιστον σε εμφάνιση. Μαρίνη κατέβα στα Γουβιά, φτιάξε γιαργούτι, φρέσκο τυρί, γαλόπιτα καιερχόμαστε τον κατήφορο. Πάσχα έρχεται.
Όσο για κρέας, του Βάγγου τα γίδια εκεί είναι. Κλίτσα κεντιτή έχεις. Εμείς έτσι κι αλοιώς εκτοπισμένοι είμαστε.
BG

ΑΡΗΣ είπε...

ΜΑΡΙΝΗ ΚΑΙ ΒΑΓΓΕΛΗ ΑΔΕΡΦΙΑ ΕΙΣΤΕ ΠΟΛΥ ΤΥΧΕΡΟΙ ΕΙΣΤΕ ΜΙΑ ΠΗΔΟΥΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΖΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΙΡΕΣΤΕ ΟΠΟΤΕ ΘΕΛΕΤΕ ΕΜΕΙΣ !!!!!!!!!!!

χωρίς ψευδώνυμο είπε...

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΙΘΑΝΟΣ ΛΑΟΣ!!!!!!

ΔΕ ΜΑΣ ΣΩΖΕΙ ΤΙΠΟΤΑ!!!!!

Σχετικά με το νομοσχέδιο για τα ΤΑΞΙ......."του τσεκουράτου" Υπουργού.....


Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου προωθεί μια θλιβερή εξαίρεση που πραγματοποιείται για μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, όταν το σύνολο του ελληνικού λαού έχει υποστεί τις αναπόφευκτες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, την αναγκαία υπερφορολόγηση σε επιχειρήσεις, το άνοιγμα άλλων μέχρι πρόσφατα κλειστών επαγγελμάτων. (όχι βέβαια των φαρμακείων που μας δουλεύει ο κλαψομ....ιας υπουργίσκος)

Αποτελεί μια θλιβερή εξαίρεση που προστατεύει τα στενά συμφέροντα μιας μικρής ολιγαρχίας, μια θλιβερή εξαίρεση κοινωνικά άδικη και πολιτικά ανήθικη.

Διατηρείται η μαύρη αγορά, η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή, η οποία υπενθυμίζεται ότι αφορά συναλλαγές 4 δισ. ευρώ μόνο για την περασμένη δεκαετία. Το επάγγελμα παραμένει ερμητικά κλειστό περισσότερο απ' ότι ήταν, αφού καμία άδεια δεν πρόκειται να βγεί σε Αττική θεσσαλονίκη Πάτρα και μεγάλα αστικά κέντρα.

Την κρατική άδεια θα έχουν δικαίωμα να την πουλήσουν, να την μεταβιβάσουν να την κληρονομήσουν......

Θα μου πεις δε βλέπεις που δεν έχουν δουλειά, θες και άλλα ταξί???

Και οι ταβέρνες δεν έχουν, αλλά μπορείς να ανοίξεις

Και τα μπακάλικα, κάβες, ψιλικατζίδικα δεν έχουν, αλλά μπορείς να ανοίξεις

Και τα κομμωτήρια και εμπορικά δεν έχουν, αλλά δεν σου απαγορεύει κανείς να ανοίξεις.

Δεν έχω τίποτα με τους ταξιτζήδες, παρά μόνον με τη νοοτροπία μας.

Δύο δυόμιση χρόνια τώρα νταλαβέρι αν θ' ανοίξει το επάγγελμα του ταξιτζή, γιατί η μπογιά για τα μαλλιά του Θύμιου ακρίβυνε......

Δε μας σώζει τίποτα ...Άρη μου σου λέω, γι' αυτό κάτσε εκεί που είσαι και μη ζηλεύεις τίποτα....

Τήρα να δεις (για τη νοοτροπία μας λέω) που κάτι @@@@@@ φαιοκόκκινοι ελληναράδες και γιαλατζί.....γλανιτσιώτες????? θ' αρχίσουν να ....εμετούν....γιατί δεν έχουν επειχηρήματα να ανταπαντήσουν στην άποψη του άλλου, αλλά εμετούν πάνω της.

Εγώ όμως θα συνεχίσω να γράφω την όποια αποψή μου και άμα αυτοί αφρίζουν, τόσο είμαι σίγουρος ότι πιο σωστή είναι.

χψ

Ανώνυμος είπε...

ΕΛΑ..ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΛΑΟΣ..ΑΛΛΑ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΕΙ ΑΝΑΛΟΓΩΣ....

Ανώνυμος είπε...

Άκου Άρη μου, τώρα μια άλλη τρέλλα των ....αγανακτησμένων νοικοκυραίων..

Πήγανε και πήρανε δάνεια από την αληταρία των τραπεζών (για να πιάσουν τους στόχους τα γκόλντεν μπόυς τους δίνανε αβέρτα). Ρε μάτι, γιατί δανείζεσαι τόσα πολλά για τόσα χρόνια και τόσο θερία δόση και με κυμαινόμενο???? Χαμπάρι ο ....καραμήτρος. Τη μεζονέτα των 200 τετραγωνικών που έβλεπε στην τόλμη και γοητεία ήθελε.

Όμως η άλλη αληταρία των κατασκευαστών μηχανικών γιόμισε τον τόπο αυθαιρεσία. Δεν έβρισκες, Άρη μου, σπίτι χωρίς παρανομία. Έφτιαξαν τα γκαράζ γκαρσονιέρες, κλείσανε τους φωταγωγούς κάνοντάς τα WC, κλείσανε τους ημιυπαίθριους και τα κάνανε δωμάτια κλουβιά, μίκρυναν τα μπαλκόνια και τράνυναν τα σαλόνια κλπ κλπ ότι δε βάζει ο νους σου.

Πάνω από 1.000.000 ημιυπαίθριου, Άρη μου, μόνο στο Λεκανοπέδιο της Αττικής.

Πέρασε ο καιρός και το ξευτιλισμένο κράτος μας ήθελε ρευστό. Οι σοφοί ηγετίσκοι μας είδαν το πεδίο των αυθαιρεσιών δεξαμενή άντλησης χρημάτων. Και αρχίζει η κομπογιαννίτικη και δικολαβίστικη φόρμουλα της νομιμοποίησης, τακτοποίησης και πάει λέγοντας.

Όλη η χλέμπα είδε την ευκαιρία να ξενοιάσει από την παρανομία. Να νομιμοποιήσει τα 150 τετραγωνικά που στην ουσία νόμιμα ήταν τα 70.

Εδώ αρχίζει το θράσος.....

Μέχρι τώρα πλήρωνε δημοτικά τέλη για 70 τετραγωνικά. Ο νόμιμος με τα 120 πλήρωνε για 120. Τώρα έχουν ξεσηκωθεί οι νοικοκυραίοι και δεν θέλουν να πληρώσουν παραπάνω δημοτικά τέλη (έστω σαν βοηθητικοί χώροι) Μιλάμε για πολύ θράσσος αδερφούλη μου, μα για πολύ θράσος.


κάπως έτσι έφαγε το ξύλο ο δήμαρχος Ζακύνθου από αγανακτησμένους που έκλεβαν με λίγα τετραγωνικά δήμο κλπ και πλήρωναν πάντα οι νόμιμοι (τα κοροϊδα)

Η ιστορία,Άρη μου, είναι ότι τα κορόιδα πληρώνουν πάντα και οι ...αγανακτησμένοι νοικοκυραίοι ενώ γλύτωσαν το γκρέμισμα έχουν τα απύθμενο θράσος να μην πληρώσουν ούτε καν σαν αποθήκη τα επιπλέον τετραγωνικά....

χψ

Ανώνυμος είπε...

Μας έκαναν συνενόχους στην ψιλοπαρανομία, που μερικές φορές δεν ξεχωρίζαμε το νόμιμο από το παράνομο (λόγω συχνής επανάληψης) και αυτοί δικαιολογούσαν τις χοντροπαρανομίες τους.

Τόχω ξαναγράψει.

Ο ισχυρότερος δεσμός δεν είναι ούτε της οικογένειας, ούτε της φιλίας, ούτε ο ερωτικός παρά μόνο ο δεσμός της παρανομίας......

Έτσι εξηγείται γιατί δε βγαίνουμε στους δρόμους. Μας εμποδίζει ο φόβος του μπάχαλου (θυμηθείτε ότι τα αποτελέσματα των εκλογών δεν θάναι παρόμοια με τις δημοσκοπήσεις), μας εμποδίζει η συνενοχή, μας εμποδίζει το αλλότριο συμφέρον, μας εμποδίζει η ψιλοπαρανομία μας.

Τώρα για το ανήθικο πολιτικό σύστημα μη φτάνουμε στο σημείο να διαφωνούμε σε πράγματα που συμφωνούμε όλοι.

Η απορία μου εμένα είναι ΠΟΙΟΝ????

Γιατί αν θεωρείτε εσείς αυτό το ανακάτεμα των ιδίων και ιδίων (διασπάσεις νέα σχήματα κλπ) αλλαγή του πολιτικού κατεστημένου ε, τι να κάνουμε, έχετε νυχτώσει στο βαρταλώνι.....

χψ

Ανώνυμος είπε...

τελη απριλη αρχες μαη...θαιναι γινομενοι οι βορβοι???gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Ω ΡΕ ΚΛΑΙΩ ΟΥΛΟ ΤΟ ΓΙΟΜΑ.ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΜΩΡΩΣΩ.Α ΡΕ ΤΟΣΟ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΥΣ ΕΧΕΙΣ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ.ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝΑΣ ΝΟΙΩΘΕΙ ΤΥΨΕΙΣ

Ανώνυμος είπε...

Όχιιιιιιι, εσύ είσαι ο αγανακτισμένος, ο αμόλυντος, ο άσπιλος, ο καθαρός έλληνας, ο δίκαιος, ο νοικοκύρης, ο δουλευταράς.

Εγώ είμαι όπως λες ο ακάθαρτος και γι' αυτό νιώθω τύψεις.

Μην κλαις,μάτι μου, άσε κλαίνε άλλοι για σένα.

Η γαγάτσαινα έλεγε σαν κάτι σαν και σένα.

Είσαι τα χερουβείμ και τα σεραφείμ.

Εγώ, για σένα???/ αφερίμ

χψ

Υ/Γ. η ειρωνιούλα βρωμάει, ένα γόνα, καμιά προτασούλα όμως????, κανένα σχολιάκι στην ουσία των γραφομένων.

λουμώνετε κουφά ζουδάκια, τι να πείτε??

να φτύσετε πάνω τα γένια σας φτύνετε, να φτύσετε κάτω τα πόδια σας, αντί αυτών μόκο και ειρωνία.

ΑΘΑΝΑΤΗ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ....

Ανώνυμος είπε...

ΜΗ ΦΤΥΣΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ!

Ανώνυμος είπε...

δεν τα ρεντας καημενε......για τηνμεταφορα- αντιγραφη gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Έτσι μπράβο με πιάνεις. Το χαϊβάνι αλλού βαρεί.....

Διαμάντης θα λες.

χψ

Ανώνυμος είπε...

ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΤΟΝ ΠΙΑΝΕΙΣ ΓΕΡΟΛΥΚΕ ΕΣΥ ΤΟΥ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΡΕΝΤΟ ΕΓΩ ΓΙΑ ΦΤΥΣΙΜΟ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΒΡΕΧΕΙ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΜΑΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕ ΑΠΟΨΕ ΑΛΛΑ ΕΠΑΘΕ ΧΟΥΝΕΡΙ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΣΤΑ ΟΛΑ