Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Ο Ψ Ε Υ Τ Ο Λ Ο Γ Ι Σ Τ Η Σ

Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
“Δεν σώνονται οι κουτοί…» Αυτό έλεγε ο παππούς ο Χρηστάκης από την Γορτυνία. Όσο ελεύθερα κυκλοφορούν οι απατεώνες , τόσο εύκολα παρουσιάζονται οι αφελείς και ανόητοι. Ημέρες τώρα γύριζε στην περιοχή του Ν Κόσμου ο ψευτολογιστάκος και αναζητούσε θύματα. Πρωτότυπο τρόπο εφάρμοζε και εισέπραττε αξιόλογα χρηματικά ποσά.
Αυτό κόντεψε να συμβεί σε μια αφελή γυναικούλα .
Για δόλωμα είχε ένα άσπρο ολοκαίνουργο αυτοκίνητο, πού το περιποιόταν κάθε ημέρα να λάμπει. Αυτό το αυτοκίνητο του έβγαζε «λαγούς με πετραχήλια»!.
Παρακολουθείστε την ιστορία:
Μ’ ένα καροτσάκι κιουλόντας η ηλικιωμένη κυρία, βγαίνει από την είσοδο της πολυκατοικίας ευρισκομένης επί της οδού Σωστράτους πενήντα, για να πάει στην λαϊκή αγορά.
Στο πορτοφολάκι της έχει το σύνολο των οικονομιών της κάπου πενήντα έξι ευρώ.
Ακολούθησε το δρόμο μέχρι το ύψος της ενοριακής εκκλησίας της ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.
Εκεί σ’ ένα μικρό πλάτωμα, μπροστά στα σκαλιά της εκκλησίας, πάρκαρε δίπλα της η άσπρη κουρσάρα. Ένας νεαρός , χαμογελαστός, μέχρι τριάντα πέντε χρόνων, βγάζει το κεφάλι του από το τζάμι του αυτοκινήτου.
Της πέταξε μια καλημέρα και η γυναίκα, χωρίς να το καλοσκεφθεί , τζάπα ήταν άλλωστε, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Εκείνος έβγαλε το χέρι του από το παράθυρο και αναζήτησε το δικό της.
__Γειά σου, τι κάνεις; Τι γίνεσαι; -- Της είπε. Και εκείνη άπλωσε το χέρι της και τον χαιρέτησε!.
__Καλά, ευχαριστώ. -- Του απάντησε. Άγνωστη φάτσα της φάνηκε και τόλμησε να τον ρωτήσει: Ποιος είσαι;
__Καλά δεν με γνωρίζεις;
__Όχι, δε σε γνωρίζω.
__Ο Γιάννης είμαι. -- Της είπε--. Έχουμε ξανά συναντηθεί. -- Η κυρία σκέφθηκε λίγο.
__Ο Γιάννης!. Ποιος Γιάννης;
__Δεν με θυμάσαι; ο Γιάννης , ο φίλος των παιδιών. Τα παιδιά τι κάνουν, είναι καλά;
__Καλά είναι. Ο Γιώργης εχθές το βράδυ ήρθε από το χωριό. Ο Κυριάκος παλεύει με το σπίτι και έμεινε να προχωρήσουν οι δουλειές.
__Μου έλεγε ο Κυριάκος ότι άνοιξε δουλειές με το σπίτι, αλλά δεν ήξερα τι φτιάχνει ακριβώς. Κοντεύει να τελειώσει;
__Μπά ! Έχει πολύ δουλειά ακόμη. Καινούριο σπίτι φτιάνουνε, με δυο φουγάρα, με σοφίτες, με υπόγεια, μεγάλα μπαλκόνια και βάλε.
__Είναι πολύ καιρό στο χωριό; Σε ξενοδοχείο κάθεται;
__Όχι να κάθεται και σε ξενοδοχείο, κύριε Γιάννη!. Έχει σπίτι ,του παππού του. Γι αυτό δεν τον νοιάζει πότε θα τελειώσει. Στο χωριό έφαγε όλο τον χειμώνα. Οι μαστόροι δεν έχουν μπέσα , τον ορμήνεψα να επιβλέπει να μην τον κοροϊδεύουν.
__Έχεις δίκαιο , ορισμένοι το έχουν στο αίμα τους να κοροϊδεύουν. Δεν πρέπει να δίνει κανείς λεφτά προκαταβολή , γιατί σε βάζουν στο χέρι.
__Πήγα στο σπίτι των παιδιών και χτύπησα το κουδούνι.
__Στο σπίτι του Κυριάκου;
__Ναι του Κυριάκου και χτύπησα τέσσερες φορές, δεν ήταν κανείς εκεί να μου ανοίξει. Ήθελα να του δώσω κάποια χαρτιά.
__Εγώ εκεί πηγαίνω, στο σπίτι του. Για να μην είναι εκεί, θα βγήκε η νύφη μου για δουλειές, φαίνεται.
__Θα πάρω τον Κυριάκο τηλέφωνο να συνεννοηθώ , αν θα αφήσω τα χαρτιά σε σένα.-- Της είπε ο τύπος.
__Ε! δώστα σε μένα τα χαρτιά κι εγώ θα τα δώσω, όταν έρθει.
__Ξέχασα τ’ όνομά σου , πώς σε λένε;
__Γιώτα.
__Α ναι! κυρά Γιώτα, το θυμήθηκα. Θα πάρω τον Κυριάκο τηλέφωνο να συνεννοηθώ . Δεν μπορώ ανερώτηγα ν’ αφήσω τα χαρτιά…..
Ο Τύπος παίρνει… τηλέφωνο!.
__Κυριάκο, γειά σου…… Εγώ είμαι…….Τί γίνεσαι…..μπράβο! φτιάχνεις το σπίτι ε;….. Καλορίζικο ρε! και να μας καλέσεις στα εγκαίνια……Τελείωσε πρώτα και θά ρθω,, τι φίλοι είμαστε;
Κοίτα, ότι χαρτιά χρειαστείς , από λογιστικά, από εφορία……εδώ είμαι εγώ… Και μηχανικό ξάδερφο έχω…….να μην δυσκολευτείς να μου το ειπείς..
Άκου να σου ειπώ. Έχω τα χαρτιά εδώ. Τι να τα κάνω.; …Να τα δώσω στη μάνα σου;..…..Αυτό μου είπε και η μάνα σου….
Έχει μείνει ένα υπόλοιπο εφτακόσια ευρώ.. Πώς θα γίνει να μου τα δώσεις; Έχω κάποια υποχρέωση και τα χρειάζομαι… Δεν άκουσα καλά…. Θα τα στείλεις από την Τρίπολη στην Τράπεζά μου;…..Δεν αξίζει τον κόπο να τρέχουμε για εφτακόσια ευρώ στις Τράπεζες………… Περίμενε θα ρωτήσω την μάνα σου…
Κυρά Γιώτα, ρωτάει ο Κυριάκος, έχεις εφτακόσια ευρώ να τον εξυπηρετήσεις; Να τα δώσεις εμένα και εσείς τα βρίσκετε μετά.
__Δεν έχω εγώ.-- Και ευτυχώς που δεν είχε.
__Δεν μπορείς να εξυπηρετήσεις το παιδί;
__Δεν έχω μαζί μου.
__Ούτε στο σπίτι δεν έχεις;
__Δεν μου δίνεις να μιλήσω με τον Κυριάκο; --Του είπε η κυρά Γιώτα. Έκανε ότι δεν άκουσε και δεν έδωσε καμιά σημασία…..
__Καλά καλά. Θα το ειπώ στην μάνα σου.-- Είπε και έκλεισε το τηλέφωνο--.
Κυρά Γιώτα, κάτι μου είπε ο Κυριάκος: Να πάς στην Τράπεζα…
__Ε, καλά! Τότε θ’ ανέβω επάνω. –Κι εννοούσε την γκαρσονιερούλα της-- , να πάρω το βιβλιάριο και θα πα στην Τράπεζα. Πόσα είναι τα λεφτά που σου χρωστάει ο Κυριάκος;
__Τι λές ότι είναι; Εφτακόσια ευρώ.
__Τα λεφτά, κυρ Γιάννη, θα στα φέρω στο Λογιστήριο. Την έκανες την δήλωση του Κυριάκου;
__Την έκανα.
__Την δικιά μου πότε θα την κάνεις;
__Αυτές τις ημέρες θα την κάνω και την δική σου , έχουμε περιθώριο.
__Ανεβαίνω επάνω.-- Του είπε.
__Πήγαινε και σε περιμένω να σε πετάξω μια στιγμή με το αυτοκίνητο στην Τράπεζα, μην παιδεύεσαι χωρίς λόγο.
Σαν καλά το βρήκε η κυρά Γιώτα. « Θα εξυπηρετήσω το Κυριάκο»-- Έλεγε μέσα της-- . « Το παιδί δεν θυμάμαι να μου έχει ξανά γυρέψει λεφτά» . Έφυγε με γρήγορο βήμα από το σημείο της συνάντησης με τον Γιάννη και κρατώντας το καροτσάκι της στο χέρι , γύρισε στην γκαρσονιέρα.
Ξετρύπωσε το βιβλιάριο της Τράπεζας, πήρε και την ταυτότητά της και ετοιμαζόταν να κατέβει προς συνάντηση του Γιάννη. Σκέφθηκε να πάρει ένα τηλέφωνο τον Κυριάκο, τον γιό της στο χωριό. Για κακή της τύχη, το τηλέφωνο δεν έπιανε. Την νύφη της, που πήρε στην συνέχεια, έκανε λάθος στο τηλέφωνο και μια άγνωστη φωνή την ξάφνιασε και δεν της έδωσε καμία σημασία . Κάτι δεν της πήγαινε καλά με όλη την ιστορία!. Με κάποιον ήθελε να μιλήσει και να εξιστορήσει την παράξενη σημερινή περιπέτειά της. Εκεί κοντά της μένει ο δίμετρος γαμπρός και η κόρη της . Αυτή την φορά το τηλέφωνο δεν αστοχεί. Το σηκώνει η κόρη.
__Έλα μάνα , καλά είσαι;
__Καλά είμαι . Ο Λογιστής μου ζήτησε εφτακόσια ευρώ , να του δώσω, που του χρωστάει ο Κυριάκος.
__Τι λές μάνα; Τα έδωκες τα λεφτά; Πού είσαι τώρα;
__Όχι, δεν τα έδωσα. Τώρα πάω στην Τράπεζα. Είμαι στην είσοδο της πολυκατοικίας.
__Μάνα, κάτσε εκεί που είσαι!. Μην κουνιέσαι, μην πας πουθενά!.. Ερχόμαστε…. Όσα δώσεις τόσα θα χάσεις. -- Ο δίμετρος και ένα τσούρμο ανθρώπων κατέβηκαν στον δρόμο, κοιτάζοντας . Πού είναι ο λογιστής; -- Τη ρώτησε η κόρη της. Βγήκε έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας και της έδειξε το μέρος που είχε παρκάρει ο Γιάννης.
__Να! εκεί ήταν το αυτοκίνητο. Τώρα δεν το βλέπω!.
__Μπράβο μάνα! Τη γλυτώσαμε!. Έξυπνα φέρθηκες που τηλεφώνησες.
__Μου φάνηκε παράξενο, που δεν μου έδωσε το τηλέφωνό του, να μιλήσω με τον Κυριάκο, όταν του το ζήτησα.
__Στην τσέπη σου μάνα τι έχεις; Θα σου πέσουνε. Απλώνει το χέρι της και πιάνει το βιβλιάριο της Τράπεζας και την ταυτότητά της.
__Τίποτα, κόρη μου. --Της είπε γελάγοντας και προσπάθησε να καλύψει από τους άλλους που ήταν τριγύρω της , την κίνησή της που θα πήγαινε στην Τράπεζα.
__Μπράβο μάνα!. Τον κορόϊδεψες τον Γιάννη και έμεινε το βιβλιάριο και η Ταυτότητα στην τσέπη σου και τα λεφτά στην Τράπεζα.
__Έγιναν τόσο γρήγορα τα γεγονότα με τον απατεώνα , που δεν ήξερα τι να κάνω. Είδες τι μάνα που έχεις;
__Βασκαντούρα μάνα , καλά γλυτώσαμε από τον αετονύχη. Δεν πάμε να μας κεράσεις σουβλάκια και να ειπούμε στην υγειά του, μέχρι να ιδούμε τι θα γίνει την άλλη φορά;
Έριξαν μια ματιά γεμάτη υποψία γύρω τους, χαμογέλασαν και χώρισαν.


Δεν υπάρχουν σχόλια :