Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Π Α Ν Τ Ο Π Ω Λ Ε Ι Ο Ν


                Α Ν Τ Ω Ν Ι Ο Σ       Τ Ρ Ι Α Δ Η Σ
                       {Μέρος δεύτερο]
Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Από παπούτσια Μαρμπαλιά, βαγένια με κρασί και προ πάντων τον γελαστό, κεφάτο , πρόθυμο και εξυπηρετικό μπάρμπα Αντώνη.
Τα έπιπλά του μαγαζιού πεντε- έξι ξύλινα τραπέζια, τρία σκαμπό, ψάθινες καρέκλες, η ζυγαριά πάνω στον πάγκο με τα μέτρα: την οκά, την μισή, το κατοστάρι και το δεκάρι , έτοιμα για το ζύγισμα.
--Αντώνη, άνοιξες το βαγένι έμαθα! Δεν φέρνεις ένα κατρούτσο; είναι καλό το κρασί σου;
--Αντρέα, το δικό μου κρασί λίγοι το πίνουνε, είναι καλύτερο από πέρσι.
--Εσύ πάντα έφτιανες καλό κοκκινέλι, θα τόφτιαξες με συνταγή του οινέμπορου της Τρίπολης.
--Μπά! Φέτος ήταν γλυκός καιρός και γουρμάσανε καλά τα σταφύλια. Έχω καλό αμπέλι και βαγένια καλά από τον πατέρα μου και ξέρω να φτιάχνω καλό κρασί. Δεν ξέρω αν με φτάσει εφέτος.
. Σέρβιρε το κρασί και έσκυψε σε μια λινάτσα , πήρε ένα κρεμμύδι από μέσα , το στούμπισε και τόβαλε πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι.
--Να ρε, το καλό κρασί θέλει καλό μεζέ. -- Είπε και χαμογέλασε. Ξέρει ότι σε λίγο θαρθούν στο τραπεζάκι δυο τρείς της παρέας και θα γίνει καλή κατανάλωση κρασιού.
--Ελαφρό βρίσκω το κρασί του, γέρο. Τι λές εσύ;
--Δεν αποκλείεται να το νέρωσε. Κάνει κάτι τέτοια, ποιος τον ελέγχει; Είπε ο τρίτος της παρέας.
--Γελάς γέρο ! Να του το ειπούμε και να τον τιμωρήσουμε, να μην ξαναρθούμε, να το καταλάβει.
--Το νεράκι είναι δώρο του θεού. --Παρατήρησε ο γέρος--. Απέ τα χούγια του δεν κόβονται ότι και να κάνουμε. Όλο τον κόσμο γελάει . Ευτυχώς που δεν κάνει ψευτοζυγίσματα και πανογραψίματα στα βερεσέδια….
Ο μπάρμπα Αντώνης το είχε σύστημα! Δυό φορές την εβδομάδα περιπλανιέται στους δρόμους και τα στενοσόκακα του χωριού και φωνάζει:
Αυγά, τομάρια αγοράζω…..αυγά, τομάρια αγοράζω!. Νάτος κατεβαίνει στην Καπεταίϊκη γειτονιά , κατευθύνεται στου Μπάντοδήμου το σπίτι.
--Μπάρμπα ε! μπάρμπα, αυγά έχω , δεν έρχεσαι προς τα δώ; Πλησίασε και με το δεξί του χέρι βοήθησε να κατεβεί το βαρύ κοφίνι από το αριστερό του χέρι, και το έβαλε σιγά-σιγά κατά γης να μην σπάσουν τα αυγά που είχε μέσα.
--Έχεις πολλά; Αν είναι από πρωτόγεννες πουλακίδες, θα είναι μικρά. Γιαυτό θα σου δώσω εννιά δεκάρες και πολλά είναι. Αυτά της είπε προτού να τον ρωτήσει για την τιμή.
--Μπάρμπα, τα κανονικά αυγά πόσο τα παίρνεις;
--Από τον Παλιόπυργο είναι;
--Ναι μπάρμπα, από πού ήθελες να είναι από την Αμαλιάδα;
--Σε ρωτάω γιατί ο παλιόπυργος είναι κατώμερο και λόγω ζέστης κλουβιαίνουνε εύκολα και δεν τα παραπαίρνω .
--Εγώ μπάρμπα, δεν θέλω λεφτά, ένα πακέτο νέμα θέλω να πάρω που με έλλειψε και μπογιές. Μου είπε και ο Γιάννης να του πάω και κεινού μια κούτα τσιγάρα Καρέλια .
--Τότε αλλάζει το πράμα . Τα αυγά θα στα πλερώσω μια και είκοσι το ζευγάρι. Σου έβαλα κάτι παραπάνω αλλά δεν πειράζει, πελάτισσα είσαι. Τι λές ότι βγάζουμε ; ίσαμε που σκοτωνόμαστε και χαλάμε τις σόλες των παπουτσιών μας.
--Μπάρμπα, οι μπογιές μήπως είναι ξεθυμασμένες;
--Τι λες τσιούπα μου; Έχω σκάρτο πράμα στο μαγαζί;. Εγώ ότι φέρνω είναι κεχριμπάρι.!
--Μπάρμπα, μου έδωσε ο Γιάννης ένα τομάρι ,τόχω κρεμάσει στην μυγδαλιά. Να το πάρεις κι αυτό.--Και του το δείχνει.
--Τσιούπα μου τι είναι αυτό ! από τι είναι; πρόβατο είναι ; γίδι είναι; γουρούνι είναι ;! πως το έχει κάνει έτσι ο Γιάννης; Το ένα του πόδι λείπει, ο λαιμός του είναι κομμένος, και από την κοιλιά του λείπει ένα κομμάτι!. Τι να το κάνω; Για μπελάς είναι!.
--Μπάρμπα, πάρτω και δώσε μου ότι θες να το ξεφορτωθώ. Πήρε από το κοφινάκι της δύο αυγά και τα κούναγε πέρα δώθε στ’ αυτιά του.
Τι τα κουνάς Μπάρμπα, λές ότι είναι κλούβια ;
__Θέλω να είμαι σίγουρος τσιούπα μου. Προχθές μου έδωσαν τον φόλο και είχα προβλήματα με τον έμπορά μου.
Ο μπάρμπας πήρε είκοσι ζευγάρια αυγά, το τομάρι και ζήτησε από την τσιούπα να περάσει από το μαγαζί. Δεν είχε ο πονηρός επάνω του λεφτά. Ήξερε τι έκανε!, Ο άνδρας της ήταν γραμμένος στο δεφτέρι για κάποιο χρέος και με τα νέματα, τις μπογιές και τα τσιγάρα που θάπαιρνε, θα δενότανε χειροπόδαρα.
Την άλλη ημέρα , με το μουλάρι καβάλα, κατέβηκε τα Σύμπαινα, την Καρέκη και ξανάφανε στον Παλιόπυργο . Ο ήχος του κουδουνιού πρόδιδε την άφιξή του στα καλύβια. Τον καλοδέχτηκαν και τον καρτερούσαν στις αυλές των καλυβιών.
--Μπάρμπα, μεθαύριο που θα ξανάρθεις, μπορείς να μου φέρεις μπογιά κόκκινη, να βάψω νέματα;
--Φωτούλα, πρέπει να ξέρω πόσες οκάδες είναι τα νέματα. Ανάλογα με το βάρος τους πάει η μπογιά.
--Τα νέματα μπάρμπα, είναι πεντέμιση οκάδες. Κανόνισε. Βάλε κανά δράμι παραπάνω για να είμαι σίγουρη ότι θα βάψουν καλά. Μπάρμπα, δεν σου είπα να περάσεις μέσα στο φτωχικό μου να φας μια μπουκιά ψωμί!.
-- Είναι πρωί ακόμη και θέλω να περάσω και από τα άλλα τα καλύβια μην βρώ κανα αυγό και κανα τομάρι.
Είχε να εκτελέσει και παραγγελίες. Σε άλλον έφερε αλάτι, σε άλλον τα περιζήτητα μακαρόνια « Στέλλα» ,πετρέλαιο ενώ τα μικρά παιδιά τα φίλευε με καραμέλες.
--Φωτούλα, έχε υπόψη σου, μεθαύριο θα μαζέψω μύγδαλα και είδα οι δικές σου στον κήπο να είναι γεμάτες .
-- Μπάρμπα, και από την μύγα ξύγκι βγάζεις!.
--Τι λές τσιούπα μου; Ίσα που ξεσπαλιαζόμαστε τζιάπα. Δεν βγάζουμε τίποτα. Η κούραση μας μένει…. Αλήθεια κανά κοτόπουλο καμιά κότα που γεννάει δεν έχεις;
--Μπάρμπα, πέντε έξι οκτώ κότες μου μείνανε. Μου τις έφαγε η αλεπού.
--Έλεγα αν μπορούσες να δινες καμιά κότα, θα κλείναμε και εκείνο το κατοχικό χρέος….
--Για τα κοτόπουλα καταλαβαίνω. Θα έχεις μουστερήδες να τα πάρουνε. Τις κότες που γεννάνε τι θα τις κάνεις,μπαρμπα-Αντώνη;
Φωτούλα, έχω ένα κτήμα κοντά στο χωριό, στις Ράχες. Θα τις απολύκω κειμέσα και σιγά σιγά θα φτιάξω ορνιθοτροφείο.. -- Ο μπαρμπα Αντώνης στην συνέχεια έφυγε για τα Κερπινιώτικα καλύβια και έτρεχε να προλάβει…..
--Μωρ΄ Φωτούλα, πώς τα είπες με τον Ντούσια . Του έδωκες αυγά; Κάτι σούλεγε για κατοχικό χρέος . Τι είναι ευτούνο πάλι;
--Ολόκληρη ιστορία Βασίλω μου. Τι να σου μολογήσω, δεν έχεις ακούσει τίποτα;
--Πέσμου να μάθω, δεν ξέρω τίποτα!.
--Μιας και επιμένεις, άκουσε για να μάθεις τι πανέξυπνος, τι τετραπέραντος και τι έμπορικό μυαλό έχει ο μπάρμπα Αντώνης. Όταν ξαναφάνανε οι Γερμανοί στην Στρέζοβα και ερχόσανται για το χωριό, χτύπησε την καμπάνα και κάλεσε το χωριό να πάρει όλα τα τρόφιμα. ΄Ηταν το πρώτο μαγαζί στην περιοχή! Τα ράφια και η αποθήκη του ήταν γεμάτα τρόφιμα και αλεύρια. Έτρεξε ο κόσμος σαν στραβός και έπαιρνε ότι εύρισκε μπροστά του . Τι καλόψυχος που ήταν ο κακομοίρης! μπράβο του!.—Έλεγαν όλοι τότε--
-- Εγώ Φωτούλα, δεν τον είχα για τέτοιον.
-- Εγώ το πίστευα Βασίλω μου, αλλά τα πράγματα ήσαν λίγο διαφορετικά. Προτού βγούν από το μαγαζί με τα τρόφιμα περνάγανε από ένα σαραβαλιασμένο τραπέζι που καθότανε ο ίδιος και έλεγχε τι είχε πάρει ο καθένας . Με την ζυγαριά ζύγιζε και σε ένα δεφτέρι έγγραφε τι έπαιρνε ο καθένας, πόσες οκάδες , πόσα πακέτα τρόφιμα , πόσα φακελάκια……
Τότε είχε πάρει και ο πατέρας μου τρόφιμα και για να τον πιστέψω μου έδειξε το δεφτέρι με το όνομά του. Από κει είναι και το κατοχικό χρέος μου.
Λεφτά τότε δεν επήρε και τους λογαριασμούς, πόσα χρωστάει ο καθένας, τους έκανε όταν έφυγαν οι Γερμανοί από την Ελλάδα. Έβαλε και τόκους και πανωτόκια και άρχισε να εισπράττει το χρέος.
--Καλά τότε που έδινε τα προϊόντα του δεν φοβότανε μήπως τα χάσει! Πως είχε εμπιστοσύνη στον κόσμο;
--Εδώ είναι που λέμε: εμπορικό μυαλό!. Τα εμπορεύματα έτσι κι αλλοιώς χαμένα θα ήταν από τους Γερμανούς . Θα τάπαιρναν και δεν θάδιναν λογαριασμό σε κανέναν.
--Τώρα κατάλαβα… --Λέγει η Βασίλω--.
Αργά το απόγευμα μπαίνει στο μαγαζί ο Αντρέας. Ο Αντώνης σχεδόν αδιάφορος και βαρύς, κάθεται νωχελικά με απλωμένα τα πόδια του πάνω σε μια καρέκλα να στεγνώσουν τα πατζάκια του παντελονιού του.
__Αει στο διάολο για λάσπες. Ξεφώνησε.
__Τι έπαθες Αντώνη και τάχεις με το διάολο;
__Δεν βλέπεις Αντρέα , εκεί που ερχόμουνα γέμισε το παντελόνι μου μέχρι το γόνατο λάσπη. . Άλλαξε χρώμα.
__Καλύτερα Αντώνη δεν φαίνονται και τα μπαλώματα. Μην στενοχωριέσαι όμως εμείς δεν σε παρεξηγάμε. Δεν είμαστε τουρίστες ούτε την πελατεία χάνεις.
--Αντώνη, δεν σε βλέπω καλά, κουρασμένος φαίνεσαι. Και έλεγα να παίξουμε κανά τσιγαροουζολούκουμο να περάσει η ώρα.
--Αντρέα, ούλες τις βολές καλά λες ότι είμαι; Μόλις μπήκα μέσα. Από το πρωί λείπω και με πονάνε τα πόδια από την κούραση!.
--Που ήσουνα Αντώνη;
--Για τομάρια Αντρέα, στον Παλιόπυργο και στα Κερπινιώτικα καλύβια. Αλλά τζιάπα συριάναγα τον κατήφορο με το μουλάρι και ξεσπαλιάστικα! Με γελάσανε!.
--Ποιος σε γέλασε, Αντώνη;
--Οι Κερπινιώτες.. Ποιος άλλος!. Πέρασε ο Παλιοπλιάκας εχθές και τα μάζεψε. Πρίν μια βδομάδα τα τομάρια τα είχανε τάξει σε μένα .Αλλά ούτε κι αυγά βρήκα!.
-Μην στενοχωριέσαι, Αντώνη, και αυτός δικός μας είναι…..

Έκλαιγε απόψε και σταματημό δεν είχε!
__Τι έχει γυναίκα που δεν μορώνει; Έφαγε το παιδί; Το τάϊσες; Αυτά της είπε ανήσυχος όσο άκουγε το τρανταχτό κλάμα του. Εκείνη τον κοίταξε με τα βασανισμένα βαθουλωτά μάτια της.
__Άντρα μου, του έδωσα λίγο χαμομήλι με ζάχαρη, συμπλήρωμα στο λιγοστό γάλα μου.Φαίνεται όμως ότι δεν χόρτασε.
__Έμεινα γυναίκα χωρίς δουλειά. Τι να κάνω; ζητάω δουλειά από δω δουλειά από κεί, δεν υπάρχει τίποτε.
__Πήγαινε παρακάλεσέ τον. Δεν μπορεί να μη δώσει γάλα για το παιδί. Πες του ότι η γίδα έχει μπινιάρια, θα τσαπώσουνε λίγο και θα τα πουλήσουμε, να πάρει τα λεφτά του.
__Γυναίκα, το είπε ξεκάθαρα ο Αντώνης. Ανέβηκαν τα βερεσέδια μας. Άμα ανέβουν δεν δίνει γάλα ούτε για τα μωρά.
__Κάτσε Κώστα, να προσέχεις το παιδί. Θα πάω εγώ να του ζητήσω. Θα ρίξω τα μούτρα μου.
__Δεν πιστεύω γυναίκα, να σου δώσει. Θα σου ειπεί να εξοφλήσεις πρώτα τα παλιά.
Έτσι πήρε την απόφαση η κυρά Κώσταινα να πάει στο μαγαζί του.
Δεν ήταν σκληρός και άπονος ο μπακάλης μας, ο κυρ Αντώνης. Είχε περάσει φτώχια και ορφάνια και ήξερε από αυτά. Αργά εκείνο το βράδυ, είχε μείνει μόνος από πελατεία. Ετοιμαζόταν να βάλει το μάνταλο στην δυτική πόρτα και τις σιδεριές για να πάει στο σπίτι του, να ξεκουραστεί στο κρεβάτι του από την κούραση της ημέρας.
Δειλά δειλά μπήκε στο μαγαζί του η κυρά Κώσταινα. Ο κυρ Αντώνης χασμουρήθηκε και προτού ειπεί καλησπέρα, στην καλησπέρα της, έβαλε κούπα το χέρι του στο στόμα.
Όταν έκλεισε το στόμα του την καλησπέρισε, την κοίταξε στα μάτια και περίμενε την εντολή της.
__Μπάρμπα Αντώνη έχω το παιδί μου άρρωστο και κλαίει συνέχεια.
__Εγώ τι να σου κάνω; της είπε. Μήπως Κώσταινα πεινάει το παιδί και γι’ αυτό κλαίει;
__Κι έτσι να είναι μπάρμπα, δεν έχω γάλα να το ταϊσω και θα μου πεθάνει το παιδί από την πείνα.
__Κώσταινα, μου τελείωσε το γάλα. Δεν ξέρω στο σπίτι αν είναι κανένα κουτί. Θα κοιτάξω. Αύριο θα σου ειπώ. Τον κοίταξε λυπημένα, και πριν τον καληνυχτίσει για να φύγει, του είπε.
__Ότι μπορείς κάνε, πρωτού είναι αργά!.
Εκείνος, φεύγοντας η κυρά Κώσταινα από το μαγαζί του, μπήκε στη μικρή αποθηκούλα, που ήταν στο πίσω μέρος του μαγαζιού του. Πήρε τρία κουτιά γάλα, τα έπαιξε σαν παιδιάστικο παιγνίδι στα χέρια του, έκλεισε το μαγαζί και με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε στο φτωχικό σπιτάκι της Κώσταινας.
__Θα το ’χω κρίμα στο λαιμό μου, αν πάθει τίποτε τα παιδί, μονολόγησε και με τα πόδια του πήρε μπροσταριά δυό τρείς πέτρες σπαρμένες στο δρόμο.
Από μια χαραμάδα της ξύλινης πόρτας είδε μέσα που τρεμόσβυνε λίγο φώς. Χτύπησε την πόρτα και μια γυναικεία φωνή ακούστηκε.
__Εμπρός . Ποιος είναι; Στο βάθος ακουγόταν το γοερό κλάμα του παιδιού.
__Εγώ είμαι Κώσταινα, ο Μπάρμπα Αντώνης. Άνοιξε. Ήφερα το θέλημα, της είπε. Κείνη πρόβαλε στην πόρτα και της έδωσε τα τρία κουτιά γάλα στα χέρια της. Ένα τρέμουλο έπιασε την Κώσταινα, δέθηκε η γλώσσα της μπροστά στο μεγάλο καλό. Δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει.
__Μπάρμπα, σ΄όλη μου την ζωή θα θυμάμαι την καλοσύνη σου!. Ο Θεός να σε έχει καλά.
__Σώπα Κώσταινα, δεν είναι τίποτα. Όταν θα μεγαλώσει ο γυιός σου, θα μου το πλερώσει το χρέος, μην στενοχωριέσαι.
Αυτά της είπε , άνοιξε τις ποδάρες του κι έφυγε ευτυχισμένος για ό,τι έκανε.
Ποιος δεν θυμάται τον μεσολαβητικό ρόλο του μπάρμπα Αντώνη στους καβγάδες; Τον Μπάγκο του στα πανηγύρια του Αγιωργιού και Αγιοθόδωρου, με τα ζαχαράτα, τα ξερολούκουμα, τις καραμέλες, τα στραγάλια ,το ούζο, και το κρασί;………..
Ποιος δεν θυμάται το γλυκό χαμόγελό του, την φιλική και ζεστή ματιά του, την καλοσύνη του, που μοίραζε απλόχερα σε μικρούς και μεγάλους, την απλότητα και εργατικότητά του!...

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΦΤΩΧΗ ΚΩΣΤΑΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΠΑΙΔΊ ΤΗΣ ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΟΥΤΙΑ ΓΑΛΛΑ
ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΗ ΕΙΚΟΝΑ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΜΗΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ