Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ Μέρος Γ

                                      ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

__Τι είπανε γέρο; Τι εννοούσαν;
__Αύριο να σμίξουμε κατά τις έντεκα για καφέ.
Έσμιξαν, ήπιαν καφέ και ξεκίνησαν γρήγορα το κρασί. Ούτε ήξεραν πόσο ήπιαν.
__Καφετζή φέρε κρασί κερνά εγώ την παρέα, ακούστηκε από το διπλανό τραπέζι η φωνή του γέρο Κώστα.
__Έλα σιαδώ γέρο να βρέξεις και συ το στόμα σου. Ο καφετζής δεν άκουσε την παραγγελία, μίλαγε με τους τρείς φίλους που ήταν στουπί στο μεθύσι.
__Θα σας κανονίσω εγώ τους έλεγε ο καφετζής. Κρασί θέλετε; Κι άλλο κρασί θέλετε; Θα το χετε!….
Έφερε κρασί κι όταν αυτό τελείωσε και ξανά ζήτησαν έφερε τρία όμοια χαρτιά.
Πήρε το ένα ο Κουτσός το διάβασε στο κάτω μέρος που έγγραφε «Σε Διαταγή»
__Και τι μαυτό. Κι εγώ σε διατάζω να φέρεις κρασί καφετζή. Του είπε.
__Υπογράφτε, τους είπε ο κάθε ένας τη δική του διαταγή και κρασί θα σας φέρω όσο θέλετε.
Έτσι υπέγραψαν μια συναλλαγματική ο καθένας, δυόμιση χιλιάδες δραχμές, για όσο κρασί θα έπιναν για τρείς μήνες.
Ο καφετζής δεν υποχωρούσε σε τέτοια και οι τρείς φίλοι δεν κολώνανε. Υπογράφανε χαρτιά αβέρτα.
__Θα σας φτιάξω εγώ τους έλεγε.
Άλλη φορά υπέγραψαν και οι τρείς μια κόλα χαρτί, ότι θα χωρίσουν τις γριές τους και έτσι ο καφετζής δέχτηκε να τους φέρει κρασί. Οι γριές τους που τόμαθαν, δεν συμφωνούσαν με τον καφετζή. Μεθυσμένοι όπως γύριζαν στο σπίτι, μπορεί κανά βράδυ να ξενύχταγαν έξω.
Για τέτοιο ατύχημα οι γυναίκες είχαν λάβει τα μέτρα τους, είχαν συμφωνήσει συμπαράσταση η μια στην άλλη.

Οι τρείς φίλοι εκ περιτροπής γύριζαν στα πέντε καφενεία του χωριού. Είχαν ειδική θέση ονοματισμένη. « Σ’ αυτή τη θέση κάθονται οι γέροι», έλεγε στους πελάτες που ήθελαν να καθίσουν εκεί ο καφεντζής. Και κείνοι έδειχναν κατανόηση.
Συμφώνησαν από το βράδυ στο σπίτι του Κουτσού, να συναντηθούν στην πλατεία και ύστερα να επιλέξουν καφενείο, για τα πιο πέρα.
Και τούτο γιατί ήθελαν να κρατούν τις ισορροπίες μεταξύ των καφενείων για τις οινοποσίες τους.
Τυχαίως έφθασε στην πλατεία πρώτος ο Ζιωγούλας κατά τις δέκα και είκοσι. Έκανε μια μεγάλη βόλτα από τον ένα πλάτανο στον άλλο. Δεν είδε καμία κίνηση στο σπίτι του Τζιμπάκου.
Εφώναξε δύο φορές: « Ολάν, ολάν». και έπειτα: « ρε ίστ» και περίμενε απάντηση. Αυτός πλέον ήταν ο τρόπος επικοινωνίας. Ο Τζιμπάκος εμφανίστηκε στο μπαλκόνι του και με τη χαρακτηριστική φωνή του, ανταπέδωσε το κάλεσμα του φίλου του.
__Ρε ιστ.. Ολάν..-- Αυτό σήμαινε πολλά για τους φίλους: Είμαι καλά, έρχομαι, ελάτε να σμίξουμε, καλά περνάμε και άλλα. Οι τρείς φίλοι ήξεραν και μετάφραζαν αυτά τα συνθήματα, που εμείς δεν μπορούμε ακόμη σήμερα να κατανοήσουμε.
Κατέβηκε από το μπαλκόνι του τη φιδωτή σκαλίτσα και ήρθε προς συνάντηση του φίλου του. Όταν έσμιξαν αντάλλαξαν τα συνθήματα: «ολάν…ρε ίστ» και έβλεπαν τον Κουτσό που κατηφόριζε στου Μήτρου.
Με το που πλησίασε ο Κουτσός, άρχισαν να φωνάζουν, πρώτα ο ένας και ύστερα ο άλλος.
__Ρε ιστ…Ολάν…και ο Κουτσός ανταπέδωσε. Το σύνθημα έγινε σλόγκαν και το εφώναζαν και άλλοι παρευρισκόμενοι στα γύρω καφενεία.
Βολεύτηκαν γρήγορα στο τραπεζάκι του καφενείου και προσκάλεσαν για παρέα τον Πάνο της Πανάγαινας, μακρινό συγγενή και φίλο. Ο Πάνος μέχρι τριάντα δύο χρόνων, όμορφο και γερό παλικάρι, κατουμερήσιος, βάλθηκε να μιμηθεί στην ποσότητα οινοποσίας τους παλιούς κρασοπότες. Γέμιζε τα ποτήρια, έβαζε το δεξί χέρι του στο αριστερό του ενός γέρου σταυρωτά και έλεγε: όλοι να το πιούμε μια κι έξω.
Μετά από εφτά ή οχτώ ποτήρια, ήταν αδύνατον να συνεχίσει. «Πιες Πάνο,»-- του έλεγαν οι γέροι—« Ζαλίζομαι»-- Ψέλισε αυτός.
__Με ποιόν πήγε να τα βάλει ο νέος ρε!.είπε ο Τζιμπάκος, παλιά κόκκαλα εμείς!—Πάνο, τι μας πέρασες; Πνίγουμε χωριά, αν είχαμε μαζέψει το κρασί που ήπιαμε. Σε δέκα διαγωνισμούς, πήραμε εννέα βραβεία στο ποτό!.
__Δεν βρέθηκε κρασοπότης να μας περάσει,βεβαίωνε ο Κουτσός. Νέος είσαι μπορεί να μάθεις. Πιες Πάνο, και πές κι ένα τραγούδι τώρα. --Και το γέλιο πήγαινε σύννεφο.
__Έχει θέληση ο νέος να ακολουθήσει τα χνάρια μας. Θα τον πάρω βοηθό, θα τον βοηθήσω και θα τον επιβλέπω, είπε ο Ζιωγούλας--. Σε τρία χρόνια πρέπει να συνηθίσει.
Έτσι σταμάτησαν τη σκέψη να τον διώξουν, ως αδύνατον να συνηθίσει το κρασί.
Ο γέρο Κουτσός άρχισε το τραγούδι :
« Κόφ ‘την Ελένη, την ελιά- γιατί τρελαίνεις τα παιδιά
Δεν τηνε κόβω την ελιά- κι ας τρελαθούνε τα παιδιά»
Έτσι ξεκίνησε το τραγούδι η παρέα του και συνέχισαν με το επόμενο:
«Είμαστε ορκισμένα τα καϊμένα, καμιά σαρανταριά παιδιά… Και χωρίς να τελειώσει, σταμάτησε για να αρχίσει άλλο….
.
Μια ώρα έβρεχε « με τ’ ασκί». Οι τρείς φίλοι χαιρόσανται το θόρυβο της βροχής και απολάμβαναν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση το κρασί τους.Ούτε πελάτης, ούτε ξένος τους ενοχλούσε, αλλά ούτε και οι γριές τους μπορούσαν με την βροχή να έρθουν. Έτσι έκαναν ελεύθερα ότι ήθελαν.
Λίγο πριν τη βροχή ήρθε στο καφενείο, που ήταν και κουρείο και μπακάλικο και οινοπωλείο και περιστασιακά εκλογικό κέντρο, ο Νάσος της Μήτσαινας.
Απαίτησε από τον καφετζή, να λογαριάσει καλύτερα από το βιβλίο οφειλετών , τα χρέη του. Ο καφετζής έκανε ξανά με προσοχή το λογαριασμό και του είπε το ποσό , που είχε συγκεντρώσει στο κάτω μέρος. Δεν διέφερε από αυτό που κι άλλη φορά τον πληροφόρησε.
Δεν συμφωνούσε με τα χρέη του και απειλούσε να τον καταχεριάσει, αν δεν μείωνε τα χρέη, σύμφωνα με τις δικές του υποδείξεις. Οι τρείς φίλοι ψύχραιμοι, νηφάλιοι από την οινοποσία, κάλεσαν τον Νάσο να πληρώσει τα χρέη, καθ’ ότι ο καφετζής είναι τίμιος και δεν πρέπει να έκανε λάθος.
__Πολλά χρόνια που πίνουμε κρασί Νάσο, δυο φορές ο λογαριασμός ήταν φουσκωμένος.
Ο Νάσος τους ρώτησε:
__Όλες τις φορές που πίνετε κάνετε λογαριασμό στα κατρούτσα που σας φέρνει;
__Εμείς Νάσο, δεν είμαστε λογιστάδες, για να κάνουμε λογαριασμό. Ούτε και μας πληρώνει ο καφετζής. Τον αφήνουμε να σπάει εκείνος το κεφάλι του και να κάνει τον λογαριασμό μόνος του. Ο Ζιωγούλας ήθελε να συνεχίσει αλλά τον διέκοψε ο Κουτσός.
__Εμείς Νάσο, καταλαβαίνουμε με πόσα κατρούτσα γεμίζει το στομάχι μας και δεν μπορεί να μας κοροϊδέψει. Παραβλέπουμε τα λάθη που κάνει, ανθρώπινα είναι. Και συ το ίδιο να κάνεις. Συμφωνείς εσύ γέρο Τζιμπάκο;
__Νάσο, είσαι και μακρινός συγγενής μου. Αύριο που θάναι ξαστεριά και θα βλέπει καλύτερα ο καφετζής, να έλθεις να τα ξάνα κουβεντιάσετε. Τα ‘τσουξε τα ποτηράκια του μαζί μας. Αύριο θα έχει καθαρό μυαλό.
Ο Τζιμπάκος τα έλεγε αυτά γιατί δεν ήθελε να τους χαλάσει το κέφι ο Νάσος και κοίταξε να τον ξεφορτωθεί.Ο Νάσος ήπιε δυο ποτήρια, κέρασε την παρέα ένα κατρούτσο και ετοιμάστηκε να φύγει.
__Νάσο, τα ψώνια του αδελφού σου τα έχεις λάβει υπ’ όψη σου; Τον ρώτησε ο καφετζής.
__Δηλαδή τι θέλεις να μου ειπείς;
__Να! ο Μήτσος, ο αδερφός σου, ό,τι ψώνιζε, μου είπε, ότι εσύ θα το πλερώνεις και ότι είχατε συνεννοηθεί και ήσουν σύμφωνος. Τα ψώνια του είναι γραμμένα στην μερίδα σου.
__Έτσι εξηγείται το μεγάλο χρέος μου!. Χαιρέτησε και έφυγε.
Χαρούμενος ο καφετζής με την εξέλιξη του Νάσου. Θεώρησε μεγάλη την βοήθεια των τριών φίλων.
__Ακούτε, τους είπε: Όλα είναι πληρωμένα από μένα. Δεν χρωστάτε τίποτα.
__Τουλάχιστον κάνεις που κάνεις το ψυχικό, δεν φέρνεις δυο κατρούτσα και κάτι να τσιμπήσουμε, γιατί βρέχει και οι γριές……………..
Δεν πρόλαβε να τελειώσει ο τζιμπάκος και ο καφετζής επανέλαβε την πρότασή του ενισχυμένη: Σταμάτησε η βροχή, το απόγευμα στις εφτά πάλι. Θα έχω και μεζέ.
Έτσι και έγινε.
__Γέρο Τζιμπάκο, δεν πάμε το Ζιωγούλα μέχρι το σπίτι του; είναι μακριά και φαίνεται λίγο ζαλισμένος. Θα έχουμε και την άνεση, χωρίς να μας ακούει κανένας, να κουβεντιάσουμε για το προεδριλίκι.
__Και δεν πάμε Κουτσέ. Αν η γριά του μας πάρει με καλό μάτι, θα μας κεράσει ένα ποτήρι κρασί.-Έχει καλή γριά. Από υποχρέωση που θα τον πάμε στο σπίτι θα χαρεί και κάτι θα μας κολλήσει.
__Η γριά μ’ έχει διώξει από το σπίτι!. Είμαστε μαλωμένοι!.
__Πως έγινε ; Τι της έκανες;
__Κουτσέ, μου είχε δώσει διορία , να αργώ να πηγαίνω στο σπίτι, μέχρι τρείς βολές την εβδομάδα
Αυτή τη βδομάδα που πέρασε, έχασα τον λογαριασμό και άργησα έξι βολές. Μετά ανακάλυψε ότι έλειπαν και λίγα χρήματα από τον γιούκο. Εσάς σας συμπαθεί, μπορεί να ανοίξει την πόρτα και να μην αντιδράσει. Ελάτε να πάμε, ίσως με βοηθήσετε!.
__Γι αυτό κέρναγες στο καφενείο αβέρτα προχθές; Έχει δίκαιο με ότι σου κάνει! Πάμε κι αν δεν μας δεχτεί, θα κάνουμε δανεικολογιά. Τώρα που τα ’χω καλά με την κυρά Γιώργαινα να ‘ρθεις να σου στρώσει στο παραγώνι και βλέπουμε μετά.
Πήραν το δημόσιο δρόμο, φτάσανε στου Τούρκου το μαγαζί.
__Από το μαγαζάκι μου έχετε καιρό να περάστε, ζαγαράκια. Περνάτε απ’ έξω-απ’ έξω! Κρασί όμως πίνετε!. Το δικό μου δε σας κάνει;
Φταίω να σας κλείσω το δρόμο;
__ Αύριο έχεις σειρά. Δίκαιο έχεις, του είπαν, θα διορθώσουμε το σφάλμα μας, και τον χαιρέτησαν αθώα. Ψιλοτραγουδώντας έφθασαν στου Τσίρου,στου Μπογάτσα το σπίτι και έστριψαν δεξιά για του Μπαντιλέσκα το σπίτι και την Παπαδαίϊκη γειτονιά.
__Γέροι μια χάρη θέλω τους είπε ο Κουτσός. Μετά το σπίτι του Μπαντιλέσκα Θέλω να πάρουμε ένα τραγούδι. Θέλω να ευχαριστήσω την Γιώτα. Είναι από το Δάρα συγγενής της γυναίκας μου. Αλλά μην πάμε και βουβοί τον ανήφορο. Της έχω μεγάλη υποχρέωση. Είναι καλότατος άνθρωπος την ψυχή της δίνει για όλους μας.
__Κουτσέ εμένα τα λές αυτά!. Του Ζιογούλα… Εμένα η Γιώτα είναι γειτόνισσα. Η καλοσύνη της είναι σαν το βουνό , της Κουκούλας . Όλη η καλοσύνη του χωριού μαζεμένη σαυτή είναι!. Και γύφτοι να περάσουν από εδώ, τους φιλεύει, τους προσέχει και τους βοηθάει.
Είναι γυναικάρα!. Από την Γιώτα έμαθε και η γριά μου να φέρεται ανθρώπινα, χαμογελαστά, φιλικά στον κόσμο. Έχουμε στην γειτονιά ανεκτίμητο άνθρωπο.
__Θυμάμαι στο θέρο και στο αλώνισμα που κάναμε κανά μεροκάματο,το βετούλι στο φούρνο με τις πατάτες που έγλυφες τα δάχτυλά σου. Άσε το κρασί που μας πότιζε από τον Άγιο Βλάση. Εκείνο το στιφάδο με την γίδα στον τρύγο!. Θα μου μείνει αξέχαστο.
Ποιος πέρασε από το σπίτι της και δεν έφαγε και δεν ήπιε;
__Μελωμένες δίπλες έφαγα και εγώ στο παπαδαίϊκο αλώνι από τα χέρια της, θυμήθηκε ο Τζιμπάκος. Ξεκίνησαν να τραγουδούν τα «ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ»
Σαν πήρα να ‘κατήφορο την άκρη το ποτάμι
και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο…..
__Τί κατήφορο λέμε Κουτσέ φώναξε ο Ζιογούλας. Εδώ είναι ανήφορος και μας βγήκε η γλώσσα!. Τραγούδα και έλα κοντά του φώναξε ο Κουτσός.
__Ας ακούσει χαρά και τούτη η γειτονιά!. Ακούστηκε η φωνή της κυρά Γιώτας της Γιωργήλαινας.
Καλώς τους!.. Με καμάρι, με χαρά, με χάρη, καλοδέχτηκε τους τρείς φίλους.
Ολάν φώναξαν και οι τρείς με ενθουσιασμό. Δηλαδή καλώς σε βρήκαμε.
Ένα τσουκάλι με κρασί πιασμένο της ώρας και τρία ποτήρια περίμεναν τους φίλους.
Ελάτε να σας κεράσω τους είπε και γέμισε τα ποτήρια. Πρώτα όμως φάτε λίγο μεζέ, και λίγο τυράκι. Τους πρότεινε να μπούνε μέσα στο σπίτι να τους περιποιηθεί καλύτερα.
__Γιώτα μας συμπαθάς έχουμε σπουδαία δουλειά πρέπει να φύγουμε.
__Γιατί καβάληκε η νύφη η έχετε να κλείσετε καμία εργολαβία;.
__Γιώτα θα στο ειπούμε και εδώ πα να μείνει; Ο Τζιμπάκος θα είναι υποψήφιος πρόεδρος και πρέπει να καταστρώσουμε σχέδια να πάρει την εκλογή. Κατάλαβες τώρα.
__Κατάλαβα και πάρα κατάλαβα. Εγώ θα είμαι μαζί σας τους είπε και οι φίλοι έφυγαν ευχαριστημένοι για την Ζιογούλαινα.
Η Ζιογούλαινα ήταν στον κήπο και άκουσε την στοιχομυθία και σχεδόν είδε την φιλόξενη συμπεριφορά της Γιωργήλαινας. Επέστρεψε στο σπίτι όταν και οι φίλοι ξεκίνησαν για εκεί.
Να υστερήσει η γριά του Ζιογούλα από τις άλλες συνομήλικές της!. Ήταν αδύνατον!.
Γιατί είχε εκατό οκάδες γουρούνι; Η πρώτη νοικοκυρά ήταν. Έβαλε το τηγάνι στη φωτιά και γυρόφερνε τα μεγάλα μπουκούνια παστό. Ψήθηκαν καλά και έριξε μέσα αυγά, έτοιμος ο καγιανάς, έστρωσε τραπέζι.
Έκοψε φέτες με μπόλικη ψίχα από μια μεγάλη πουγανιά φρέσκια που άχνιζε πάνω σε ένα κασόνι. Τους παρακίνησε να φάνε και να πιούνε παλιό κρασί.
__Το κρασί είναι από τα κλήματα του πατέρα μου του Μαρινάκη στην κλιματαριά.
__Τι λές ρε Ζιωγούλα. Ούτε οι Θεοί δεν έχουν να πιούν τέτοιο κρασί. Ανασταίνει νεκρούς το άτιμο.
Πιειτε να ζήσουμε τους είπε ο Κουτσός και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.
Θεόσχωρες την ψυχούλα του. { Θα τσουγκρίζουν άραγε και κει που είναι τώρα]
__Ζιογούλα, Κουτσέ . Πήρε τον λόγω ό Τζιμπάκος. Μεθαύριο έχουμε εκλογές. Αν με ψηφίσετε όπως είπαμε μπορεί να βγώ πρόεδρος. Σκοπός είναι να υπερασπιστώ το συμφέρον μας.
__Γέρο Τζιμπάκο μας είπες ότι θέλεις να γίνεις πρόεδρος και εμείς πιάσαμε τις γριές μας συγγενείς και φίλους να σε ψηφίσουν. Δεν μας είπες αν βγείς τι έργα θα κάνεις;
__Ζιογούλα θα σας το ξάνα ειπώ.
Το πρόβλημά μας είναι με τους καφετζήδες. Μόλις περνάει λίγο η ώρα το βράδυ οι καφετζήδες μας βγάζουν έξω. Μας διώχνουν και δεν πουλάνε κρασί.
Ακούτε λοιπόν, θα λειτουργήσουμε κοινοτικό καφενείο {ΚΑΠΗ} να πίνουμε όσο θέλουμε χωρίς φόβο να μας διώξουν. Αυτό αν φτιάξω μετά θα παραιτηθώ από το προεδριλίκι.
__Καλή η ιδέα σου και χειροκρότησαν. Με τις προσπάθειές και των φίλων του βγήκε πρόεδρος και έμεινε για καιρό ο απόλυτος άρχων.
Έφαγαν τα λυσακά τους του έβαλαν τρικλοποδιές, τον φόρτωσαν φαρμάκια, τάχαμου κείνοι θα χάλαγαν τον κόσμο με έργα. Η κρασοπαρέα, το ποτό , τον εμπόδισαν να συνεχίσει την δημιουργική του θητεία και παραιτήθη. Τον χαίρονταν και χαιρόταν τους φίλους του το κρασάκι και την παρέα τους.
Έφυγαν από την ζωή οι τρείς γέροι, ο ένας πρώτα ο άλλος μετά και οι γριές τους που καμάρωναν και τους πρόσεχαν. Έφυγαν απ’ την ζωή ο περίγυρός τους, καφετζήδες φίλοι γνωστοί.
Με αυτούς και για αυτούς , έλεγαν διάφορα, έπιναν, τραγούδαγαν, σατίριζαν, γέλαγαν . Οι τότε νέοι, γεράσαμε και νέες γενιές γεννήθηκαν και μεγαλώνουν. Η αναφορά μου στους φίλους στις γριές τους στον περίγυρό τους που αναφέρονται στο κείμενο και έφυγαν, φτωχό μνημόσυνο για την ψυχή τους.
B Girakas 30/6/2011






2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Διάβασα με αμείωτο ενδιαφέρον και τις τρεις συνέχειες της εργασίας με τίτλο "ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ" του Βαγγέλη. Επειδή έχω βιώσει την κοινωνική ζωή αυτών των καλών συγχωριανών μας, βρίσκω ότι το κείμενο πετυχαίνει μια πιστή αποτύπωση της πραγματικότητας. Έτσι φέρονταν, έτσι μιλούσαν, έτσι διασκέδαζαν με φιλικότητα, με κέφι, με αθωότητα. Ποτέ δεν παραφέρθηκαν είτε μεταξύ τους, είτε στον κοινωνικό περίγυρο, είτε στις οικογένειές τους. Ήσαν γενικά μια εύθυμη νότα που τόσο πολύ λείπει σήμερα από το χωριό μας.Θυμήθηκα αυτούς τους ανθρώπους και νοστάλγησα την εποχή τους. Γι αυτό έζησα στιγμές με συγκίνηση μέσα από τα κείμενα του Βαγγέλη, που αποτελούν πράγματι ενα πολύ καλό μνημόσυνο.
Δε γνωρίζω αν συμφωνείτε.

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνούμε απόλυτα
Ασβός