Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021

«Μην τον είδατε…»


Γράφει ο Παλιοπυργήσιος

Ναι… «μην τον είδατε;»… και κάπου – κάπου ακολουθεί και «μην τον απαντήσατε;»

Ναι, αλλά για ποιον ρωτάμε; Σε ποιον αναφέρεται αυτή η επιγραμματική φράση, «μην τον είδατε;» Φαίνεται να είναι κάποιος που, με τα πολλά και ποικίλα κατορθώματά του (εδώ βέβαια  πρόκειται για πολλές, ποικίλες και πρωτότυπες απάτες), έγινε τύπος που κινείται ανάμεσα στο θρύλο και στην πραγματικότητα. 

-Ε… εσύ πρέπει να ξέρεις ποιος είναι, δεν μας τον λες μην τρέχουμε από κοντά του και μας κουράζει και μας χλευάζει γιατί όσο τον πλησιάζουμε να τον γνωρίσουμε τόσο εξαφανίζεται από μπροστά μας και μάλιστα με τρόπο μαγικό;

- Ναι τον ξέρω, είναι αλήθεια, αλλά δεν θα σας τον αποκαλύψω από την αρχή, γιατί σας θέλω συνοδοιπόρους μου, καθώς θα πάρω το πισάχναρο και θα γυρίσω μερικές δεκάδες χρόνια πίσω, έχοντας παραμάσχαλα ένα δεμάτι θύμισες, να φτάσω στο τότε, στο κάπου εκεί και μαζί να τον συναντήσουμε, να τον γνωρίσουμε, να μάθουμε ποιος ήταν, από πού ήταν, πού εγεννήθηκε, πότε έζησε και ποια ήταν τα κατορθώματά του» που τον έκαναν τόσο διάσημο. Βλέπω ότι συμφωνείτε, πάμε λοιπόν, φύγαμε:

Ήταν Οκτώβρης του 1963. Απόγευμα. Είχα τελειώσει την υπηρεσία μου ως τυφεκιοφόρος γραφέας, καθώς υπηρετούσα στρατιώτης στο 1ο Γρ.Δ/ΣΗΣ ΣΕΜ ΓΕΣ και ήμουν «ελεύθερος υπηρεσίας» ως την άλλη μέρα το πρωί. Παίρνω το λεωφορείο και από το «Πεντάγωνο» κατεβαίνω στην Πανεπιστημίου. Εκεί, Ασκληπιού 3, επισκέπτομαι το θείο μου, Τσόγκα Δημήτριο, καταγωγή από Δρακοβούνι (Γλόβοβα) που διατηρούσε εκεί βιβλιοπαλαιοπωλείο. Τον βρίσκω να μιλάει με έναν κύριο. Με έναν κύριο «τσέντλεμαν». Ντυμένο κομψότατα, καινούργιο κοστούμι, ασορτί γραβάτα και μαντιλάκι στο τσεπάκι του σακακιού, παράρτημα εντυπωσιακό, ομορφάντρας, που από την ομιλία του καταλάβαινες ότι έχει ευστροφία στο πνεύμα και ευφράδεια στο λόγο. Θα ήταν 65 περίπου χρόνων αλλά έδειχνε και πολύ νεώτερος. 

-  Έλα, Κώστα, μου λέει ο θείος μου, να σου συστήσω από δω τον κύριο Φωτόπουλο, είναι πατριώτης μας από κάτω το χωριό, και απευθυνόμενος στον κύριο, το παιδί από δω είναι ανιψιός μου και βαφτιστήρας από κάτω το χωριό, είναι της ξαδέρφης μου της Κωνσταντίνας του Τσόγκα. Ακολούθησαν τα «χαίρω πολύ» κλπ και συνέχισαν τη συζήτηση. φαινόταν κάπως βιαστικός, αποχαιρέτησε εγκάδια κι έφυγε.

- Κατάλαβες, Κώστα, ποιος ήταν αυτός ο κύριος;

-Πού να καταλάβω, ασφαλώς κάποιος Γλαβοβίτης.

-Αυτός είναι ο «Παναγής από τα Μέγαρα», μα… δεν ήταν από τα Μέγαρα, ήταν από τη Γλόβοβα (Δρακοβούνι).

-Ξαφνιάστηκα τόσο, όσο, πιστεύω κι εσύ, που είσαι ένας από τους συνοδοιπόρους μου.

 Δεν περίμενα ο «Παναγής από τα Μέγαρα» να είναι από τη Γλόβοβα, όπως δεν θα περίμεναν και τόσοι άλλοι. 

Και τώρα θ΄ αναφερθούμε σε ελάχιστα από τα πάμπολλα κατορθώματά του, που τον έκαναν διάσημο-γνωστό σ΄όλη την Ελλάδα. Με την προϋπόθεση ότι, όταν μιλάμε για κατορθώματα του «Παναγή από τα Μέγαρα» εννοούμε, ότι το καθένα από αυτά είναι μία μεγάλη απάτη και ότι όλα μαζί τον έχουν κάνει γνωστό ως μεγάλο απατεώνα. 

Το πρώτο στη σειρά κατόρθωμά του είναι αυτό που διέπραξε στα Μέγαρα και το οποίο είναι λίγο-πολύ γνωστό στο Πανελλήνιο. Καθώς διέθετε όλα τα προσόντα ενός εραστού και ζηλευτού γαμπρού, την περίοδο της Κατοχής είχε γνωρίσει και είχε αρραβωνιαστεί πολλές κοπέλες στα Μέγαρα (άλλοι μιλάνε για τρεις – άλλοι για πέντε και άλλοι για εφτά) και είχε ορίσει με όλες γάμο την ίδια μέρα, την ίδια ώρα και στην ίδια εκκλησία!! Περίμεναν όλες οι νυφάδες το γαμπρό, αλλά … γαμπρός πουθενά!!! «Ποιον περιμένετε;»  -Τον Παναή. «Μην τον είδατε;» - «Ποιόν;» - Τον Παναή. –«Μην Είδατε Τον Παναή;» Πουθενά ο Παναγής. Έτσι οι κάτοικοι των Μεγάρων, καταντροπιασμένοι, δεν ήθελαν ν’ ακούνε «μην τον είδατε;» και αν κάποιος από αυτούς που περνούσαν από τα Μέγαρα τολμούσε να ξεστομήσει «μην τον είδατε», το θεωρούσαν μεγάλη ειρωνεία και δύσκολα γλίτωνε από την οργή τους.

Ο Αριστείδης Δημόπουλος στο βιβλίο του «Το Δρακοβούνι τέως Γλόβοβα» αναφέρεται με πολλά στοιχεία,  πιο πολύ παιδικές σκανταλιές, στον Παναγή από τη ζωή του στο χωριό, στα παιδικά του χρόνια. Ο ίδιος  με δημοσίευμά του στην εφημερίδα «Γορτυνία», αρ. φύλ. 382 (562) περιγράφει  διάφορα περιστατικά  που έχουν σχέση με τον Παναγή, όπως:  Κάποτε ο Π. συναντήθηκε στην Αθήνα με τον συμπατριώτη του γιατρό Περικλή Παπαγιαβή. Αφού τον ρώτησε πώς περνάει, αν συνεχίζει να κάνει αυτά που έκανε, ή αν διορθώθηκε, πήρε την απάντηση: «Α… όχι, όχι,  τέλος αυτά, έβαλα μυαλό, μάλιστα άνοιξα καθαριστήριο, πάω πολύ καλά, δόξα στο Θεό». Ο Περικλής χάρηκε, του ΄δωσε μάλιστα ένα κοστούμι για καθάρισμα. Αλλά ούτε τον Παναγή ξαναείδε, ούτε και το κοστούμι. Με διαφορετικό σενάριο είχε καρπωθεί κι άλλο κοστούμι από άλλον… πελάτη.-

Κάποτε τον είχε ερωτευτεί  κάποια από τη μεγάλη οικογένεια Μερκούρη. Ο Παναγής της είχε υποσχεθεί «λαγούς με πετραχείλια», της τα είχε παραστήσει όλα ρόδινα. Την έφερε και στο χωριό.  Εκεί γνώρισε  τη μάνα του Π., είδε το σπίτι του και την όλη κατάσταση… διαπίστωσε ότι όλα ήταν πολύ διαφορετικά απ΄ όσα της είχε παραστήσει ο Π., απογοητεύτηκε, εγκατέλειψε το χωριό κι έφυγε. Αποχαιρετώντας τον αγωγιάτη που τη μετέφερε του είπε: «Κ ι ό μ ω ς  τ ο ν   α γ α π ά ω».- 

 Το 1972 διάβαζα σε κάποια εφημερίδα το εξής «κατόρθωμα» του Παναγή. Είχε γνωριστεί με κάποιον στρατιώτη. Έκανε μαζί του παρέα και με φυσικό τρόπο του είχε αποσπάσει, ας πούμε, όσα προσωπικά δεδομένα του χρειαζόταν για να σκαρώσει τη δουλειά που είχε στο νου του, π.χ. το χωριό του, ονοματεπώνυμα των γονιών του και των αδελφών του κ.α.

Επισκέπτεται το χωριό του στρατιώτη, συμπτωματικά περνούσε δήθεν από κει, ρωτάει και βρίσκει το σπίτι, τους γονείς του, τους φέρνει τα χαιρετίσματα από τον γυιό τους, τους περιέγραψε τις φιλικές σχέσεις που είχε μαζί του, αφάνταστη χαρά αυτοί, φιλοξενία -άλλο πράμα- και αποχαιρετώντας του ΄δωσαν ένα γερό κομπόδεμα να το πάει στο γυιό τους. Αλλά…  όσο είδε το κομπόδεμα ο στρατιώτης, αλλά τόσο είδε και τον Παναγή.

 Όταν είπα κάποτε στη μάνα μου ότι γνώρισα τον Παναγή, τον πατριώτη της από την Γλόβοβα, θυμήθηκε και μου διηγήθηκε τα εξής:

«Ζούσε στο χωριό με τη μάνα του, ο πατέρας του μαζί με τον αδερφό του είχαν φύγει στην Αμερική. Ήταν 5-6 χρόνια μεγαλύτερος από μένα και συνομήλικοι με τον αδερφό μου το Θανάση. Τα μάτια του λες και πετάγανε σπίθες. Στασιό δεν είχε πουθενά. Παρακολουθούσε τι λέγανε και τι κάνανε εκεί οι μεγάλοι, λες και τα ’γράφε όλα στο μυαλό του. Ο πατέρας μου είχε ένα μπιστόλι και κάπου το ‘κρυβε εκεί στην αστράχα, σε μια μεριά, εκεί που έσμιγαν τα κεραμίδια με τον τοίχο. Κάπου-κάπου το έβγαζε από κει, το καθάριζε, το λάδωνε  να μη σκουριάει και το ‘βαζε πάλι στη θέση του. Ο Παναγής, που δεν του ξέφευγε τίποτα τα είχε παρακολουθήσει και είχε καταλάβει πού το κρύβει. Όταν πέθανε ο πατέρας μου,  λίγες μέρες μετά, παραφύλαξε και κάποια στιγμή που δεν ήταν κανένας στο σπίτι, μπήκε μέσα, πήρε το μπιστόλι, πήδηξε από το πίσω παράθυρο και σκαπέτησε πέρα στα χωράφια.-  Τον είδε όμως μία γειτόνισσα και το είπε της μάνας μου. Αμέσως πήγε το μυαλό της στο μπιστόλι,  πάει και βλέπει να λείπει από τη θέση του. Τον βρήκε όχι μία φορά, πολλές φορές , τον φοβέριξε,  του είπε να το φέρει, πού να το κάνει καλά ο Παναγής. Τον βρήκε και ο αδερφός μου ο Θανάσης, μαλώσανε, πιαστήκανε στα χέρια, βαρεθήκανε…  αλλά πιστόλι πουθενά…»

Αυτά τα λίγα από τα πολλά που είχε κάνει ο «ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ»

Παλιοπυργήσιος

2 σχόλια :

  1. Ανώνυμος22/6/21 10:48

    τελικα ολα οσα ειχα ακουσει αληθευουνε.αθανατη Γορτυνια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναναι καλά ο Παλιοπυργησιος που μας συνδέει όμορφα με το παρελθόν και μας γεμίζει νοσταλγία
    Γιάννα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα διαγραφής σχολίων χωρίς καμία προειδοποίηση.