Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Η ΜΟΔΙΣΤΡΑ


Του  Βαγγέλη Κ. Χριστόπουλου                            
Ήξεραν οι δικοί της, χωρίς να γνωρίζει ράψιμο δεν λεγόταν μια γυναίκα τέλεια νοικοκυρά. Και ακόμη πως πιο εύκολα θα βρισκόντουσαν και καλά παιδιά να την ζητήσουν σε γάμο.
Έτσι της πήραν μια ραπτομηχανή και το πρώτο ρούχο που έραψε ήταν ένα παλιό φουστάνι της μάνας της που ξήλωσε. Πήγε και σε δασκάλα στην Κερπινή για μήνες και έμαθε να κόβει και να ράβει. Ήθελε να ξεπεράσει σε τέχνη την Μακρίνα, την Μπαντιλέσκαινα και την Σταθούλα την Ντουσιοχρήσταινα παλιές και προκομμένες μοδίστρες του χωριού μας.
Έμαθε καλά την δουλειά, διόρθωνε και έραβε γυναικεία και ανδρικά ενδύματα.
Οι κοπέλες του χωριού πήγαιναν για ξενοδούλι και έφερναν τον κόπο του σε χρήμα. Μάζευαν λάχανα και βορβούς και μαζί με άλλα προϊόντα τα πούλαγαν σε κοντινές πολιτείες  αγόραζαν με τις οικονομίες τους νέμα και  υφάδι για να φτιάξουν την προίκα τους. Στον αργαλειό ύφαιναν και έπλεκαν αμέτρητα χειροπήχεια
. Οι  γυρολόγοι έμποροι έφερναν και αυτοί τόπια με υφάσματα στο χωριό και στα πανηγύρια και έτρεχαν οι κοπέλες  να αγοράσουν.
Αγαπούσαν τα πολύχρωμα υφάσματα με σχέδια,  λουλούδια και ήλιους, με εικόνες που έβλεπαν στο χωριό, με πουλιά και κλαδιά με τα φύλλα  και τους καρπούς.
Η μοδίστρα μας έφτιαχνε φούστες, πουκαμίσες, φουστάνια, μεσοφούστανα σεντόνια μαξιλάρες τραπεζομάντηλα πετσέτες ανδρικά ενδύματα πουκάμισα παντελόνια, σώβρακα  και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.
Οι κοπέλες σαν καταλάβαιναν τον εαυτόν τους καλύτερα και τα βλέμματα των αγοριών τις πολιορκούσαν, στολίζονταν και ήθελαν να φορούν όμορφα ρούχα. Το χωριό ήταν γεμάτο κορίτσια που τους προκαλούσαν το ενδιαφέρον τα όμορφα σχεδιασμένα λουλουδάτα ενδύματα.
Η Θανάσω αρχοντοπούλα του χωριού, ερχόταν   στο σπίτι της μοδίστρας μας, που είναι κοντά στου καλόγερου το αλώνι και εκείνη σαν την είδε, την προσκάλεσε.
__Ελα Θανάσω πάμε μέσα στο σπίτι να σου δείξω το φουστάνι της Πανούλας ραμμένο. Θέλω την γνώμη σου. Έχει πολλές πιέτες, στενεύει στη μέση και την κάνει δαχτυλίδι.  Η Θανάσω καθώς το είδε έμεινε συγκινημένη. Γενικά της άρεσαν τα εμπριμέ με γαλάζια, πράσινα και κόκκινα χρώματα.
Είχε κάνει το κουμάντο της. Όταν είχε έρθει ο έμπορας, είχε πάρει ένα κλαρωτό ύφασμα και πάνω ήταν πουλιά σε ένα κλαδί, έτοιμα να κελαηδήσουν με τον πρωινό ήλιο να  βγαίνει από την κορυφή του βουνού.
Το είχε μαζί της και ζήτησε από την μοδίστρα να της το ράψει.
__Να στο ράψω, της είπε εκείνη μα περίμενε να ιδείς και τα σχέδια που έχω. Μπήκε στο διπλανό δωμάτιο και έφερε μια αγκαλιά φουστάνια καρό, ριγέ, λουλουδάτα που ήταν δύσκολα να διαλέξει.
__Αυτό το σχέδιο μου αρέσει της είπε  η Θανάσω και έπιασε στα χέρια της ένα λινό φουστανάκι και το χάιδευε. Κι εκείνη απάντησε.
__Τώρα αυτό είναι της μόδας με κοντό και στενό μανίκι και όχι πολύ μακρύ για να βλέπουν κάτι και τα αγόρια. Γέλασαν και η μοδίστρα συνέχισε. Αυτό από πού το πήρες; Σαν βαμβακερό φαίνεται!
__Στο πανηγύρι στην Στρέζοβα, απάντησε δειλά νομίζοντας πως υποτιμούσε την ποιότητά του. Την πάτησα, άστραφτε ο ήλιος και θάμπωσαν τα μάτια μου. Το ξέρω δεν έκανα καλή αγορά μα δεν μπορώ να το πετάξω κιόλας.
__Είναι πολύ ωραίο απάντησε η Μοδίστρα μας. Οι κλάρες με τα αραιά λουλούδια το κάνουν όμορφο. Μπορεί να γίνει και γιορτινό φορεματάκι, με μια ζώνη στην μέση.
__Κι εγώ νόμιζα πως έκανα άσχημη αγορά.
__Καλή αγορά  έκανες και με την σιλουέτα που έχεις θα συναγωνίζεσαι και τις Αθηναίες. Μου φαίνεται θα τρελάνεις κόσμο!!
Η Μοδίστρα μας δεν έχει κράχτες να της κουβαλάει πελάτισσες. Ήταν καλή στην τέχνη της και ότι ρούχο έβγαινε από το χέρι της, το χαίρονταν και το ευχαριστιούνταν οι πελάτισσές της. Είχε αποκτήσει καλή φήμη και γιαυτό είχε πάντα νέες πελάτισσες και δεν προλάβαινε τις παραγγελίες.
Μόλις έφθαναν στο σπίτι της κάθονταν λίγο στην μεγάλη σαλοτραπεζαρία, τις φίλευε λουκούμι με νερό ή τους έφτιανε κανέναν καφέ από αγάπη, αλλά και να τις καλοπιάσει. Ύστερα άνοιγε την μεγάλη δίφυλλη ντουλάπα με έτοιμα καλοραμμένα ρούχα δικά της και ξένα και τα έδειχνε στις δεσποινίδες και κυρίες.
Λουλουδάτα και φωτεινά στις πρώτες, πιο επίσημα και σοβαρά στις μεγάλες κυρίες. Άπλωναν το ύφασμα που έφερναν μαζί τους για ράψιμο και η μοδίστρα μας πρώτη έπαιρνε τον λόγο και σχολίαζε.
__Φωτάει και σας δίνει λάμψη αυτό το λουλουδάτο έλεγε στις νέες και στις κυρίες θα γίνει σοβαρό φουστάνι και θα σας πηγαίνει τρέλα.
Εκείνες καμάρωναν το ύφασμα και για την επιλογή τους , το έριχναν στον ώμο καλύπτοντας και μέρος του στήθους τους και κοιτάζονταν  στον καθρέφτη. Η Μοδίστρα μας πάντα το επαινούσε πως είναι ωραίο και γίνεται πρώτης τάξεως φόρεμα.  Κοίταζε τα κουμπιά αν ταιριάζουν  σύμφωνα με το χρώμα του υφάσματος και με την μεζούρα υπολόγιζε το ύψος που θα έφτανε το φόρεμα και γενικά προσπαθούσε να κερδίσει την συμπάθεια και την εκτίμηση της πελάτισσας.
Με την εξύμνηση της τέχνης της, αλλά και τα καλοραμμένα ρούχα που έδειχνε, συμφωνούσαν στο ράψιμο της ζακέτας της φούστας ή του φορέματος.
Η Μοδίστρα μας είναι περήφανη για την τέχνη της και αραδιάζει ένα σωρό επώνυμες πελάτισσες και ενδύματα που τους έραψε με το χέρι και όλα αυτά την βοηθάνε στην τιμή που θα πάρει.
__Μην υπολογίζετε πως κερδίζω τίποτε σαν μοδίστρα τους έλεγε. Βασανίζομαι από τα ξημερώματα και δεν βάζω μπουκιά στο στόμα μου πριν να τελειώσω. Πολλές βολές ξενυχτάω και με βρίσκει η αυγή για να σας εξυπηρετήσω. Μα και αν διαφωνούσε με κάποια, κατέβαζε την τιμή με έναν γλυκό λόγο στο στόμα της λέγοντας. Είσαι δικός μου άνθρωπος θα σου κάνω σκόντο , δεν θέλω να κακοκαρδίσεις. Και έτσι έκλεινε οριστικά η συμφωνία και έμεναν ευχαριστημένα τα δυο μέρη. Κάποτε για την ψυχή της γιαγιάς της ή των γονιών της έραβε δωρεάν σε φτωχές και ανήμπορες να πληρώσουν τον κόπο της . Τόσο καλή ήταν!
Δεν έλλειπαν και οι παραγγελίες για ράψιμο των προικιών της νύφης. Οι κοπέλες αρκετά χρόνια πριν, ύφαιναν δεκάδες πήχεις πανιά για την προίκα τους.
Όταν αρραβωνιάζονταν, συμφωνούσαν να κάνουν τον γάμο αργότερα, που θα ετοιμασθεί η νύφη να ράψει και να κεντήσει τα προικιά της.
Εκτός των άλλων ή μοδίστρα μας, έραβε πουκάμισα παντελόνια και σώβρακα του γαμπρού. Εκεί μάθαινε ποιος είναι ο υποψήφιος και υπολόγιζε το ύψος και το πάχος του. Τα έραβε λίγο φαρδύτερα που δεν έβλαφτε. Μικρά να μην ήταν και πάει το ύφασμα και ο κόπος χαμένος.
Και τι δεν είχε ράψει η Μοδίστρα μας εκτός των άλλων, νυφικά της Διαμάντως και της Ευαγγελίας της Παναγιώτας και της Πογιώς. Και ένα φουστάνι της Κατερίνας μας, που θα το φορούσε το βράδυ μετά τον γάμο της. Αυτό και αν είχε επιτυχία.
Όταν έφερε το ύφασμα στο σπίτι της Μοδίστρας μας η Κατερίνα,  το άπλωσαν και το χάιδευε απαλά και ένοιωθε το κορμί της τυλιγμένο σαν να ήταν έτοιμο φόρεμα.
Καθώς προχωρούσε το ράψιμο και γινόταν οι πρόβες , στο αριστερό στήθος της φαινόταν, ένα κόκκινο γαρύφαλλο, ανάμεσα στα  κίτρινα ανθισμένα σπάρτα. Και σαν τα έβλεπε στον καθρέφτη την γοήτευε και ήταν όλο ευτυχία.
Τέλειωσε το ράψιμο και το πρόβαλε μπροστά στην Μοδίστρα μας. Κάτω μετά τους γοφούς σχημάτιζε όμορφες πτυχώσεις και το φουστάνι σχημάτιζε περίεργες ανταύγειες με τρεχούμενα νερά. Ήταν ένα θαύμα στα μάτια της Κατερίνας.
Σαν το έφερε στο σπίτι της, το άπλωσε ευλαβικά στο κρεβάτι της και το καμάρωνε νοιώθοντας ξεχωριστή ευχαρίστηση.
Δεν περίμενε πολύ, έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε το όμορφο φουστάνι και κοιταζόταν πολλές  ώρες στον καθρέφτη. Έβλεπε εκατοντάδες μάτια να πέφτουν επάνω της σαν να είχε γίνει ο γάμος της.
Ήρθε και η ημέρα του Αγιωργιού. Κόσμος κατέβαινε στο εξωκκλήσι στο ετήσιο μεγάλο πανηγύρι του χωριού μας. Οι γυναίκες  φορούσαν τα καλά τους φορέματα. Με δροσερά πρόσωπα, αεράτες,  με σφιχτές ζώνες στην μέση και γεμάτες κέφι, φούσκωνε η καρδιά τους από χαρά. Αυτά τα εξαίσια φορέματα, τα χάρηκαν πρώτα, οι πρωινές ακτίνες του ήλιου που έπαιζαν πάνω τους και ύστερα η μοδίστρα μας που περνούσαν στο δρόμο κοντά από το σπίτι της.
Από το χαγιάτι του σπιτιού της τα μάτια της έπεσαν πάνω στο πλήθος . Λαχτάρισε η καρδιά της, γέμισε περηφάνια η ψυχή της, καθώς έβλεπε τόσα όμορφα κορμιά κυράδων και κοριτσιών να κατηφορίζουν το δρόμο προς τον Αγιώργη, ντυμένες με τα καλά φουστάνια που τα είχε ράψει μόνη της.
Μπροστά πήγαιναν όμορφα ντυμένες σαν Θεές δυο γυναίκες η Γαρούφο και η Μαρία  του Βλάμη. Η παρουσία τους στον Αγιώργη του Παληόπυργου ίσως να έδινε τέλος στα παντρολογήματα τους. Ίσως να υλοποιούντο οι προσδοκίες τους που ήταν οι αρραβώνες.
 Γιαυτό  η Μοδίστρα μας είχε κουραστεί πολύ μέρα νύχτα τις τελευταίες ημέρες,  να παραδώσει τα όμορφα φορέματά τους.
Τις έβλεπε καλοντυμένες να λικνίζονται  τα κορμιά  τους με πλαστικότητα, τρυφερότητα και ναζιάρικα.
Με τα μάτια της,  χάιδευαν  απαλά τα φορέματά τους που φαίνονταν σαν πέπλα αρχαίας Θεάς. Ζήλεψε και θυμήθηκε τα δικά της εξαίσια φορέματα που ήταν κρεμασμένα στην ντουλάπα της.
Κατακλύστηκε από εικόνες της νιότης, τότε που και κείνης τα στήθια μέσα στα μπλουζάκια της , έκαναν ανάλαφρες καμπύλες και στόλιζαν το στήθος της.
Τότε που τα φορέματα κόλαγαν επάνω της και έκαναν το κορμί και το σώμα της τρυφερό και ηλεκτρισμένο. Τότε που έλλειπαν οι ζαρωματιές από το πρόσωπό της και τα κυματιστά ξανθά μαλλιά της πλημύριζαν την  πλάτη της και τα ρούχα της πήγαιναν θαυμάσια και αρμονικά επάνω της.
Δεν άργησε, διάλεξε το καλύτερο φουστάνι της, το φόρεσε και τα μάτια της ακτινοβόλησαν. Ήθελε να ταξιδέψει στο ετήσιο μεγάλο πανηγύρι,  στον Αγιώργη,  να ζήσει χαρούμενες στιγμές περασμένων χρόνων.
Βαγγέλης Κ. Χριστόπουλος  30.4.2018    


Δεν υπάρχουν σχόλια :